Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ: ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 146b-164d) (155e-156a)


[13] Ἐπεὶ δὲ καὶ οὗτος ἔσχεν ὁ λόγος τέλος, ἡ μὲν Εὔμητις ἐξῆλθε μετὰ τῆς Μελίσσης, τοῦ δὲ Περιάνδρου τῷ Χίλωνι προπιόντος εὐμεγέθη κύλικα, τῷ δὲ Βίαντι τοῦ Χίλωνος, Ἄρδαλος ἐπαναστὰς καὶ προσαγορεύσας τὸν Αἴσωπον, «σὺ δ᾽ οὐκ ἄν,» ἔφη, «διαπέμψαιο δεῦρο τὸ ποτήριον πρὸς ἡμᾶς, ὁρῶν τούτους ὥσπερ τὴν Βαθυκλέους κύλικα διαπεμπομένους ἀλλήλοις, ἑτέρῳ δὲ μὴ μεταδιδόντας;»
[155f] Καὶ ὁ Αἴσωπος, «ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῦτ᾽,» ἔφη, «τὸ ποτήριον δημοτικόν ἐστι· Σόλωνι γὰρ ἔκπαλαι παράκειται μόνῳ.»
Τὸν οὖν Μνησίφιλον προσαγορεύσας ὁ Πιττακὸς ἠρώτησε τί οὐ πίνει Σόλων ἀλλὰ καταμαρτυρεῖ τῶν ποιημάτων ἐν οἷς γέγραφεν,
ἔργα δὲ Κυπρογενοῦς νῦν μοι φίλα καὶ Διονύσου
καὶ Μουσέων, ἃ τίθησ᾽ ἀνδράσιν εὐφροσύνας.
Ὑποφθάσας δ᾽ Ἀνάχαρσις «σὲ γάρ, ὦ Πιττακέ, καὶ τὸν σὸν ἐκεῖνον τὸν χαλεπὸν φοβεῖται νόμον, ἐν ᾧ γέγραφας Ἐάν τις ὁτιοῦν μεθύων ἁμάρτῃ, διπλασίαν ἢ τῷ νήφοντι τὴν ζημίαν εἶναι.»
Καὶ ὁ Πιττακός, «σὺ δέ γ᾽,» εἶπεν, «οὕτως ἐξύβρισας εἰς τὸν νόμον, ὥστε πέρυσι παρ᾽ Ἀλκαίου ἀδελφῷ μεθυσθεὶς ἆθλον αἰτεῖν καὶ στέφανον.»
[156a] «Τί δ᾽ οὐκ ἔμελλον,» ἔφη ὁ Ἀνάχαρσις, «τῷ πλεῖστον πιόντι προκειμένων ἄθλων πρῶτος μεθυσθεὶς ἀπαιτεῖν τὸ νικητήριον; ἢ διδάξατέ μ᾽ ὑμεῖς, τί τέλος ἐστὶ τοῦ πολὺν πιεῖν ἄκρατον ἢ τὸ μεθυσθῆναι.»
Τοῦ δὲ Πιττακοῦ γελάσαντος ὁ Αἴσωπος λόγον εἶπε τοιοῦτον· «λύκος ἰδὼν ποιμένας ἐσθίοντας ἐν σκηνῇ πρόβατον ἐγγὺς προσελθών, “ἡλίκος ἂν ἦν,” ἔφη, “θόρυβος ὑμῖν, εἰ ἐγὼ τοῦτ᾽ ἐποίουν.”»
Καὶ ὁ Χίλων «ὀρθῶς,» ἔφη, «Αἴσωπος ἠμύνατο, μικρὸν ἔμπροσθεν ἐπιστομισθεὶς ὑφ᾽ ἡμῶν, εἶτα νῦν ὁρῶν ἑτέρους τὸν Μνησιφίλου λόγον ὑφηρπακότας· Μνησίφιλος γὰρ ᾐτήθη τὴν ὑπὲρ Σόλωνος ἀπόκρισιν.»


[13] Όταν τέλειωσε η συζήτηση και αυτού του θέματος, η Εύμητη αποσύρθηκε μαζί με τη Μέλισσα. Ο Περίανδρος τότε, αφού ήπιε από ένα μεγάλο ποτήρι, το πρόσφερε στον Χίλωνα· ήπιε κι αυτός και ύστερα το πρόσφερε στον Βίαντα. Τότε ο Άρδαλος ανασηκώθηκε στο ανάκλιντρό του και, απευθυνόμενος στον Αίσωπο, του είπε: «Δεν θα στείλεις λοιπόν και εσύ προς τα δω το ποτήρι σου σε μας, αφού βλέπεις ότι αυτοί εδώ στέλνουν το ποτήρι τους ο ένας στον άλλον, σαν να ήταν το ποτήρι του Βαθυκλή, και δεν το δίνουν σε κανέναν άλλον;»
[155f] Και ο Αίσωπος είπε: «Μα ούτε κι αυτό το ποτήρι έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία, αφού από την αρχή μένει μόνο δίπλα στον Σόλωνα».
Τότε ο Πιττακός, απευθυνόμενος στον Μνησίφιλο, τον ρώτησε γιατί δεν πίνει ο Σόλωνας, αλλά αναιρεί τους στίχους του, στους οποίους είχε γράψει
Τα έργα της θεάς της Κυπρογέννητης, του Διόνυσου και των Μουσών,
που όλα τούς ανθρώπους ευφραίνουν, τώρα μου είν᾽ αγαπημένα.
Πρόλαβε όμως ο Ανάχαρσης και είπε: «Μα, φυσικά, Πιττακέ μου, επειδή φοβάται εσένα και τον σκληρό σου εκείνον νόμο, στον οποίο είχες γράψει: “Αν κάνει κανείς κανένα κακό μεθυσμένος, να του επιβάλλεται διπλάσια ποινή από ό,τι στον αμέθυστο”».
Και ο Πιττακός είπε: «Εσύ, πάντως, έδειξες τόση θρασύτητα και περιφρόνηση στον νόμο μου, ώστε πέρυσι που μέθυσες στο σπίτι του αδερφού τού Αλκαίου ζητούσες βραβείο και στεφάνι!»
[156a] «Και γιατί να μη ζητούσα το βραβείο της νίκης», είπε ο Ανάχαρσης, «αφού είχαν ορισθεί βραβεία γι᾽ αυτόν που θα έπινε το περισσότερο κρασί κι εγώ μέθυσα πρώτος απ᾽ όλους; Αλλιώς εξηγήστε μου εσείς ποιόν άλλο σκοπό έχει το να πιει κανείς πολύ ανέρωτο κρασί παρά για να μεθύσει».
Γέλασε ο Πιττακός, και ο Αίσωπος είπε τον ακόλουθο μύθο: «Ένας λύκος είδε μια φορά κάτι τσομπάνηδες να τρων σε μια καλύβα ένα πρόβατο. Πλησίασε λοιπόν και είπε: “Τί φασαρία, λέω, θα κάνατε, αν το ᾽χα κάνει εγώ αυτό!”».
Τότε ο Χίλωνας είπε: «Πολύ καλά έκανε ο Αίσωπος που υπερασπίσθηκε τον εαυτό του, αφού εμείς του κλείσαμε πριν από λίγο το στόμα, και τώρα βλέπει ότι άλλοι άρπαξαν τον λόγο από το στόμα του Μνησίφιλου· γιατί από τον Μνησίφιλο ήταν που ζητήθηκε να δώσει μια απάντηση υπέρ του Σόλωνα».