Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ: ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ

Βίοι Φιλοσόφων 1.22-122 (1.119-1.122)


Φησὶ δὲ Δοῦρις ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Ὡρῶν ἐπιγεγράφθαι αὐτῷ τὸ ἐπίγραμμα τόδε·
[1.120] τῆς σοφίης πάσης ἐν ἐμοὶ τέλος· ἢν δέ τι πλεῖον
Πυθαγόρῃ τὠμῷ λέγε ταῦθ᾽ ὅτι πρῶτος ἁπάντων
ἔστιν ἀν᾽ Ἑλλάδα γῆν· οὐ ψεύδομαι ὧδ᾽ ἀγορεύων.
Ἴων δ᾽ ὁ Χῖός φησιν περὶ αὐτοῦ·
ὣς ὃ μὲν ἠνορέῃ τε κεκασμένος ἠδὲ καὶ αἰδοῖ
καὶ φθίμενος ψυχῇ τερπνὸν ἔχει βίοτον,
εἴπερ Πυθαγόρης ἐτύμως ὁ σοφὸς περὶ πάντων
ἀνθρώπων γνώμας εἶδε καὶ ἐξέμαθεν.
Ἔστι καὶ ἡμῶν οὕτως ἔχον τῷ μέτρῳ τῷ Φερεκρατείῳ·
τὸν κλεινὸν Φερεκύδην
ὃν τίκτει ποτὲ Σύρος
[1.121] ἐς φθεῖρας λόγος ἐστὶν
ἀλλάξαι τὸ πρὶν εἶδος,
θεῖναί τ᾽ εὐθὺ κελεύειν
Μαγνήτων, ἵνα νίκην
δοίη τοῖς Ἐφέσοιο
γενναίοις πολιήταις.
ἦν γὰρ χρησμός, ὃν ᾔδει
μοῦνος, τοῦτο κελεύων·
καὶ θνήσκει παρ᾽ ἐκείνοις.
ἦν οὖν τοῦτ᾽ ἄρ᾽ ἀληθές·
ἢν ᾖ τις σοφὸς ὄντως,
καὶ ζῶν ἐστιν ὄνησις,
χὤταν μηκέθ᾽ ὑπάρχῃ.
Γέγονε δὲ κατὰ τὴν πεντηκοστὴν καὶ ἐνάτην Ὀλυμπιάδα. καὶ ἐπέστειλεν ὧδε·
[1.122] Φερεκύδης Θαλῇ
Εὖ θνήσκοις ὅταν τοι τὸ χρεὼν ἥκῃ. νοῦσός με καταλελάβηκε δεδεγμένον τὰ παρὰ σέο γράμματα. φθειρῶν ἔθυον πᾶς καί με εἶχεν ἠπίαλος. ἐπέσκηψα δ᾽ ὦν τοῖσιν οἰκιήτῃσιν, ἐπήν με καταθάψωσιν, ἐς σὲ τὴν γραφὴν ἐνέγκαι. σὺ δὲ ἢν δοκιμώσῃς σὺν τοῖς ἄλλοις σοφοῖς, οὕτω μιν φῆνον· ἢν δὲ οὐ δοκιμώσητε, μὴ φήνῃς. ἐμοὶ μὲν γὰρ οὔκω ἥνδανεν. ἔστι δὲ οὐκ ἀτρεκηίη πρηγμάτων οὐδ᾽ ὑπίσχομαι τἀληθὲς εἰδέναι· ἅσσα δ᾽ ἂν ἐπιλέγῃ θεολογέων· τὰ ἄλλα χρὴ νοέειν· ἅπαντα γὰρ αἰνίσσομαι. τῇ δὲ νούσῳ πιεζόμενος ἐπὶ μᾶλλον οὔτε τῶν τινα ἰητρῶν οὔτε τοὺς ἑταίρους ἐσιέμην· προσεστεῶσι δὲ τῇ θύρῃ καὶ εἰρομένοις ὁκοῖόν τι εἴη, διεὶς δάκτυλον ἐκ τῆς κληίθρης ἔδειξ᾽ ἂν ὡς ἔθυον τοῦ κακοῦ. καὶ προεῖπα αὐτοῖσι ἥκειν ἐς τὴν ὑστεραίην ἐπὶ τὰς Φερεκύδεω ταφάς.
Καὶ οὗτοι μὲν οἱ κληθέντες σοφοί, οἷς τινες καὶ Πεισίστρατον τὸν τύραννον προσκαταλέγουσι.


Ο Δούρης στο δεύτερο βιβλίο των Ωρών του λέει ότι στον τάφο του ήταν γραμμένο το ακόλουθο επίγραμμα:
[1.120] Σε μένα όλη η σοφία μαζεμένη· αν έχει κι άλλη,
τούτο να πεις στον Πυθαγόρα μου, πως είναι
απ᾽ όλους πρώτος στην Ελλάδα· ψέματα δε λέω.
Ο Ίωνας από τη Χίο λέει γι᾽ αυτόν:
Με ανδροπρέπεια προικισμένος και σεμνότητα,
ας πέθανε, η ψυχή του ζει ευτυχισμένη,
αν ο σοφός, ο πιο σοφός απ᾽ όλους Πυθαγόρας
είδε και έπιασε σωστά τη μοίρα των ανθρώπων.
Υπάρχει όμως και κάτι δικό μου σε μέτρο Φερεκράτειο:
Ο ξακουστός Φερεκύδης,
το γέννημα της Σύρου,
[1.121] όταν οι ψείρες, λένε,
αλλάξαν τη μορφή του,
ζήτησε να τον πάνε
στους Μάγνητες αμέσως,
της Εφέσου οι γενναίοι
για να νικήσουν τότε.
Έτσι το έλεγε ο χρησμός
—μόνο σ᾽ αυτόν γνωστός·
εκεί τον βρήκε ο θάνατος.
Ήταν, λοιπόν, αλήθεια:
ένας αληθινά σοφός
και ζωντανός μας ωφελεί
κι όταν πια δεν υπάρχει.
Γεννήθηκε κατά την 59η Ολυμπιάδα. Έγραψε και την ακόλουθη επιστολή:

[1.122] Ο Φερεκύδης στον Θαλή
Άμποτε να έχεις έναν όμορφο θάνατο, όταν θα ᾽ρθει η ώρα σου. Ξαφνικά με βρήκε αρρώστια, όταν πήρα το γράμμα σου: γέμισα ολόκληρος ψείρες και είχα πυρετό με ρίγη. Παράγγειλα λοιπόν στους ανθρώπους μου, αφού με θάψουν, να σου φέρουν τα γραφτά μου· αν τα εγκρίνεις εσύ και οι άλλοι σοφοί, δημοσίευσέ τα· αν δεν τα εγκρίνετε, μη τα δημοσιεύσεις. Γιατί και μένα τον ίδιο δεν με ικανοποιούσαν ακόμη. Δεν υπάρχει εκεί μέσα η ακριβής αλήθεια των πραγμάτων, ούτε ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω την αλήθεια, παρά μόνο όσα μπορεί να συγκεντρώσει ένας που διερευνά τα σχετικά με τους θεούς· τα άλλα θέλουν σκέψη· γιατί εγώ μιλάω για όλα υπαινικτικά. Καθώς η αρρώστιά μου με ταλαιπωρούσε κάθε μέρα και πιο πολύ, δεν δεχόμουν να μπει στο σπίτι μου ούτε γιατρός ούτε φίλος: στέκονταν στην πόρτα και ρωτούσαν να μάθουν πώς ήταν τα πράγματα· κι εγώ, περνώντας το δάχτυλό μου, μέσα από τη χαραμάδα, τους έδειχνα τί κακό με είχε βρει· και τους είπα να ᾽ρθουν την άλλη μέρα για την κηδεία του Φερεκύδη.
Αυτοί είναι που αποκλήθηκαν σοφοί — κάποιοι προσθέτουν στον κατάλογο και τον Πεισίστρατο τον τύραννο.