Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ: ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ

Βίοι Φιλοσόφων 1.22-122 (1.78-1.81)


Τῶν δὲ ᾀδομένων αὐτοῦ μάλιστα εὐδοκίμησε τάδε·
ἔχοντα χρὴ τόξα καὶ ἰοδόκον φαρέτραν
στείχειν ποτὶ φῶτα κακόν.
πιστὸν γὰρ οὐδὲν γλῶσσα διὰ στόματος
λαλεῖ διχόμυθον ἔχουσα
καρδίῃ νόημα.
[1.79] ἐποίησε δὲ καὶ ἐλεγεῖα ἔπη ἑξακόσια, καὶ ὑπὲρ νόμων καταλογάδην τοῖς πολίταις.
Ἤκμαζε μὲν οὖν περὶ τὴν τεσσαρακοστὴν δευτέραν Ὀλυμπιάδα· ἐτελεύτησε δ᾽ ἐπὶ Ἀριστομένους τῷ τρίτῳ ἔτει τῆς πεντηκοστῆς δευτέρας Ὀλυμπιάδος, βιοὺς ὑπὲρ ἔτη ἑβδομήκοντα, ἤδη γηραιός. καὶ αὐτῷ ἐπὶ τοῦ μνήματος ἐπιγέγραπται τόδε·
οἰκείοις δακρύοις ἁ γειναμένα κατακλαίει
Πιττακὸν ἥδ᾽ ἱερὰ Λέσβος ‹ἀποφθίμενον›.
ἀπόφθεγμα αὐτοῦ· καιρὸν γνῶθι.
Γέγονε δὲ καὶ ἕτερος Πιττακὸς νομοθέτης, ὥς φησι Φαβωρῖνος ἐν Ἀπομνημονευμάτων πρώτῳ καὶ Δημήτριος ἐν Ὁμωνύμοις, ὃς καὶ μικρὸς προσηγορεύθη.
Τὸν δ᾽ οὖν σοφὸν λέγεταί ποτε νεανίσκῳ συμβουλευομένῳ περὶ γάμου ταῦτα εἰπεῖν, ἅ φησι Καλλίμαχος ἐν τοῖς Ἐπιγράμμασι·
[1.80] Ξεῖνος Ἀταρνείτης τις ἀνήρετο Πιττακὸν οὕτω
τὸν Μυτιληναῖον, παῖδα τὸν Ὑρράδιον·
ἄττα γέρον, δοιός με καλεῖ γάμος· ἡ μία μὲν δὴ
νύμφη καὶ πλούτῳ καὶ γενεῇ κατ᾽ ἐμέ·
ἡ δ᾽ ἑτέρη προβέβηκε. τί λώϊον; εἰ δ᾽ ἄγε σύν μοι
βούλευσον, ποτέρην εἰς ὑμέναιον ἄγω.
εἶπεν· ὁ δὲ σκίπωνα, γεροντικὸν ὅπλον, ἀείρας,
ἤνιδε, κεῖνοί σοι πᾶν ἐρέουσιν ἔπος.
οἱ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὸ πληγῇσι θοὰς βέμβικας ἔχοντες
ἔστρεφον εὐρείῃ παῖδες ἐνὶ τριόδῳ.
κείνων ἔρχεο, φησί, μετ᾽ ἴχνια. χὠ μὲν ἐπέστη
πλησίον· οἱ δ᾽ ἔλεγον· τὴν κατὰ σαυτὸν ἔλα.
ταῦτ᾽ ἀΐων ὁ ξεῖνος ἐφείσατο μείζονος οἴκου
δράξασθαι, παίδων κληδόνα συνθέμενος.
τὴν δ᾽ ὀλίγην ὡς κεῖνος ἐς οἰκίον ἤγετο νύμφην,
οὕτω καὶ σύ, Δίων, τὴν κατὰ σαυτὸν ἔλα.
[1.81] δοκεῖ δ᾽ ἐκ διαθέσεως αὐτὰ εἰρηκέναι. εὐγενεστέρα γὰρ αὐτῷ οὖσα ἡ γυνή, ἐπειδήπερ ἦν Δράκοντος ἀδελφὴ τοῦ Πενθίλου, σφόδρα κατεσοβαρεύετο αὐτοῦ.
Τοῦτον Ἀλκαῖος σαράποδα μὲν καὶ σάραπον ἀποκαλεῖ διὰ τὸ πλατύπουν εἶναι καὶ ἐπισύρειν τὼ πόδε· χειροπόδην δὲ διὰ τὰς ἐν τοῖς ποσὶ ῥαγάδας, ἃς χειράδας ἐκάλουν· γαύρηκα δὲ ὡς εἰκῆ γαυριῶντα· φύσκωνα δὲ καὶ γάστρωνα ὅτι παχὺς ἦν· ἀλλὰ μὴν καὶ ζοφοδορπίδαν ὡς ἄλυχνον· ἀγάσυρτον δὲ ὡς ἐπισεσυρμένον καὶ ῥυπαρόν. τούτῳ γυμνάσιον σῖτον ἀλεῖν, ὥς φησι Κλέαρχος ὁ φιλόσοφος.
Καὶ αὐτοῦ ἐστιν ἐπιστόλιον τοιόνδε·
Πιττακὸς Κροίσῳ
Κέλεαί με ἱκνέεσθαι ἐς Λυδίην, ὅπως σοι τὸν ὄλβον ἴδοιμι· ἐγὼ δὲ καὶ μὴ ὀρεὶς πέπεισμαι τὸν Ἀλυάττεω παῖδα τῶν βασιλήων πολυχρυσότατον πέλειν. οὐδέν τε πλέον ἄμμιν ἱκομένοις ἐς Σάρδις· χρυσοῦ γὰρ οὐ δεύμεθα, ἀλλὰ πέπαμαι ἄρκια καὶ τοῖς ἐμοῖς ἑτάροις. ἔμπας δ᾽ ἵξομαι, ὡς ἀνδρὶ ξείνῳ γενοίμην τοι συνόμιλος.


Από τα τραγούδια του που τραγουδιούνταν στα συμπόσια δημοφιλέστερο ήταν το ακόλουθο:
Με τόξα και γεμάτη με βέλη φαρέτρα
πρέπει κανείς τον κακό να πλησιάζει:
πώς να πιστέψεις όσα η γλώσσα του
λέει, όταν είναι όλο απάτη
μες στην καρδιά του η σκέψη;
[1.79] Έγραψε επίσης ποιήματα σε ελεγειακά μέτρα, (600 στίχους) και ένα έργο σε πεζό λόγο για χρήση από τους πολίτες με θέμα τους νόμους.
Στην ακμή του ο Πιττακός ήταν γύρω στην 42η Ολυμπιάδα. Πέθανε τη χρονιά που ήταν άρχοντας ο Αριστομένης, την τρίτη χρονιά της 52ης Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη πια ηλικία: πάνω από εβδομήντα χρονών. Πάνω στον τάφο του χαράχτηκε η ακόλουθη περιγραφή:
Η ιερή αυτή Λέσβος που τον γέννησε, τον κλαίει
με μαύρα δάκρυα νεκρό, τον Πιττακό της.
Δικό του το απόφθεγμα: «Να διακρίνεις την κατάλληλη στιγμή».
Υπήρξε και άλλος ένας νομοθέτης Πιττακός, όπως λένε ο Φαβωρίνος στο πρώτο βιβλίο των Απομνημονευμάτων του και ο Δημήτριος στους Ομωνύμους του· σ᾽ αυτόν τον άλλο δόθηκε το παρωνύμιο «μικρός».
Για τον «σοφό» λένε πως κάποτε τον συμβουλεύτηκε ένας νεαρός για το θέμα του γάμου και ότι αυτός του είπε αυτά που λέει ο Καλλίμαχος στα Επιγράμματά του:
[1.80] Ένας ξένος Αταρνείτης νά τί ρώτησε τον Πιττακό
τον Μυτιληναίο, του Υρράδιου τον γιο:
«Γέροντα καλέ μου, διπλός γάμος με καλεί.
Η μια κοπέλα, από πλούτη και γενιά
είν᾽ της δικής μου της σειράς· ανώτερή μου είν᾽ η άλλη.
Συμβούλεψέ με: ποιά απ᾽ τις δυο να πάρω για γυναίκα;»
Σήκωσ᾽ εκείνος τότε το μπαστούνι του, το όπλο των γερόντων,
«Νά τους, εκείνοι θα σου πουν τον τελευταίο λόγο».
Ήταν αγόρια, που μ᾽ απανωτά χτυπήματα
τις σβούρες γύριζαν μες στον φαρδύ τον δρόμο.
«Πάρ᾽ τα», του είπε, «από πίσω». Πλησίασε, κι εκείνα λέγαν:
«Μείνε στην κοντινή σου σβούρα». Τ᾽ άκουσε ο ξένος
κι από το σπίτι το ανώτερο τραβήχτηκε, τον καθαρό
τον λόγο των παιδιών ακολουθώντας. Κι όπως εκείνος
στο σπίτι του έφερε την ταπεινή την κόρη,
έτσι, Δίωνα, και συ «μείνε στην κοντινή σου σβούρα».
[1.81] Φαίνεται πως όλα αυτά τα είπε ξεκινώντας από την δική του κατάσταση. Γιατί η γυναίκα του ήταν από γενιά ανώτερη από τη δική του (ήταν αδερφή του Δράκοντα, του γιου του Πένθιλου) και του φερόταν με μεγάλη περιφρόνηση.
Ο Αλκαίος τον έλεγε σαράποδα και σάραπο, δηλαδή πλατύποδα, που έσερνε τα πόδια του· τον έλεγε επίσης χειροπόδη, επειδή είχε ραγάδες στα πόδια του, που τις έλεγαν χειράδες· τον έλεγε επίσης γαύρηκα, επειδή συνήθιζε αδιάκοπα να γαυριά· τον έλεγε επίσης, φύσκωνα και γάστρωνα, επειδή ήταν χοντρός· τον έλεγε όμως και ζοφοδορπίδα, επειδή δεν είχε λυχνάρι· τέλος τον έλεγε αγάσυρτο, επειδή ήταν αφρόντιστος και βρόμικος. Η γυμναστική του ήταν, όπως λέει ο Κλέαρχος ο φιλόσοφος, να αλέθει σιτάρι.
Υπάρχει και η εξής σύντομη επιστολή του:

Ο Πιττακός στον Κροίσο
Μου ζητάς να ᾿ρθω στη Λυδία, να δω τα πλούτη σου. Εγώ όμως, κι ας μην τα έχω δει, πιστεύω πως ο γιος του Αλυάττη είναι ο πιο πλούσιος απ᾽ όλους τους βασιλιάδες. Κι ούτε θα κερδίσω τίποτε περισσότερο, αν έρθω στις Σάρδεις: χρυσάφι δεν χρειάζομαι, κι αυτά που έχω φτάνουν και παραφτάνουν για μένα και για τους φίλους μου. Παρ᾽ όλ᾽ αυτά εγώ θα ᾿ρθω, για να μείνω μαζί σου, μαζί μ᾽ έναν άνθρωπο φιλόξενο.