Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Ὀλυνθιακὸς α΄ (1) (2-15)

[2] Ὁ μὲν οὖν παρὼν καιρός, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μόνον οὐχὶ λέγει φωνὴν ἀφιεὶς ὅτι τῶν πραγμάτων ὑμῖν ἐκείνων αὐτοῖς ἀντιληπτέον ἐστίν, εἴπερ ὑπὲρ σωτηρίας αὐτῶν φροντίζετε· ἡμεῖς δ᾽ οὐκ οἶδ᾽ ὅντινά μοι δοκοῦμεν ἔχειν τρόπον πρὸς αὐτά. ἔστι δὴ τά γ᾽ ἐμοὶ δοκοῦντα, ψηφίσασθαι μὲν ἤδη τὴν βοήθειαν, καὶ παρασκευάσασθαι τὴν ταχίστην ὅπως ἐνθένδε βοηθήσετε (καὶ μὴ πάθητε ταὐτὸν ὅπερ καὶ πρότερον), πρεσβείαν δὲ πέμπειν, ἥτις ταῦτ᾽ ἐρεῖ καὶ παρέσται τοῖς πράγμασιν· [3] ὡς ἔστι μάλιστα τοῦτο δέος, μὴ πανοῦργος ὢν καὶ δεινὸς ἅνθρωπος πράγμασι χρῆσθαι, τὰ μὲν εἴκων, ἡνίκ᾽ ἂν τύχῃ, τὰ δ᾽ ἀπειλῶν (ἀξιόπιστος δ᾽ ἂν εἰκότως φαίνοιτο), τὰ δ᾽ ἡμᾶς διαβάλλων καὶ τὴν ἀπουσίαν τὴν ἡμετέραν, τρέψηται καὶ παρασπάσηταί τι τῶν ὅλων πραγμάτων. [4] οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἐπιεικῶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦθ᾽ ὃ δυσμαχώτατόν ἐστι τῶν Φιλίππου πραγμάτων, καὶ βέλτιστον ὑμῖν· τὸ γὰρ εἶναι πάντων ἐκεῖνον ἕν᾽ ὄντα κύριον καὶ ῥητῶν καὶ ἀπορρήτων καὶ ἅμα στρατηγὸν καὶ δεσπότην καὶ ταμίαν, καὶ πανταχοῦ αὐτὸν παρεῖναι τῷ στρατεύματι, πρὸς μὲν τὸ τὰ τοῦ πολέμου ταχὺ καὶ κατὰ καιρὸν πράττεσθαι πολλῷ προέχει, πρὸς δὲ τὰς καταλλαγάς, ἃς ἂν ἐκεῖνος ποιήσαιτ᾽ ἄσμενος πρὸς Ὀλυνθίους, ἐναντίως ἔχει. [5] δῆλον γάρ ἐστι τοῖς Ὀλυνθίοις ὅτι νῦν οὐ περὶ δόξης οὐδ᾽ ὑπὲρ μέρους χώρας πολεμοῦσιν, ἀλλ᾽ ἀναστάσεως καὶ ἀνδραποδισμοῦ τῆς πατρίδος, καὶ ἴσασιν ἅ τ᾽ Ἀμφιπολιτῶν ἐποίησε τοὺς παραδόντας αὐτῷ τὴν πόλιν καὶ Πυδναίων τοὺς ὑποδεξαμένους· καὶ ὅλως ἄπιστον, οἶμαι, ταῖς πολιτείαις ἡ τυραννίς, ἄλλως τε κἂν ὅμορον χώραν ἔχωσι. [6] ταῦτ᾽ οὖν ἐγνωκότας ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τἄλλ᾽ ἃ προσήκει πάντ᾽ ἐνθυμουμένους φημὶ δεῖν ἐθελῆσαι καὶ παροξυνθῆναι καὶ τῷ πολέμῳ προσέχειν εἴπερ ποτὲ καὶ νῦν, χρήματ᾽ εἰσφέροντας προθύμως καὶ αὐτοὺς ἐξιόντας καὶ μηδὲν ἐλλείποντας. οὐδὲ γὰρ λόγος οὐδὲ σκῆψις ἔθ᾽ ὑμῖν τοῦ μὴ τὰ δέοντα ποιεῖν ἐθέλειν ὑπολείπεται. [7] νυνὶ γάρ, ὃ πάντες ἐθρύλουν τέως, Ὀλυνθίους ἐκπολεμῶσαι δεῖν Φιλίππῳ, γέγονεν αὐτόματον, καὶ ταῦθ᾽ ὡς ἂν ὑμῖν μάλιστα συμφέροι. εἰ μὲν γὰρ ὑφ᾽ ὑμῶν πεισθέντες ἀνείλοντο τὸν πόλεμον, σφαλεροὶ σύμμαχοι καὶ μέχρι του ταῦτ᾽ ἂν ἐγνωκότες ἦσαν ἴσως· ἐπειδὴ δ᾽ ἐκ τῶν πρὸς αὑτοὺς ἐγκλημάτων μισοῦσι, βεβαίαν εἰκὸς τὴν ἔχθραν αὐτοὺς ὑπὲρ ὧν φοβοῦνται καὶ πεπόνθασιν ἔχειν. [8] οὐ δεῖ δὴ τοιοῦτον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παραπεπτωκότα καιρὸν ἀφεῖναι, οὐδὲ παθεῖν ταὐτὸν ὅπερ ἤδη πολλάκις πρότερον πεπόνθατε. εἰ γάρ, ὅθ᾽ ἥκομεν Εὐβοεῦσιν βεβοηθηκότες καὶ παρῆσαν Ἀμφιπολιτῶν Ἱέραξ καὶ Στρατοκλῆς ἐπὶ τουτὶ τὸ βῆμα, κελεύοντες ἡμᾶς πλεῖν καὶ παραλαμβάνειν τὴν πόλιν, τὴν αὐτὴν παρειχόμεθ᾽ ἡμεῖς ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν προθυμίαν ἥνπερ ὑπὲρ τῆς Εὐβοέων σωτηρίας, εἴχετ᾽ ἂν Ἀμφίπολιν τότε καὶ πάντων τῶν μετὰ ταῦτ᾽ ἂν ἦτ᾽ ἀπηλλαγμένοι πραγμάτων. [9] καὶ πάλιν ἡνίκα Πύδνα, Ποτείδαια, Μεθώνη, Παγασαί, τἄλλα, ἵνα μὴ καθ᾽ ἕκαστα λέγων διατρίβω, πολιορκούμεν᾽ ἀπηγγέλλετο, εἰ τότε τούτων ἑνὶ τῷ πρώτῳ προθύμως καὶ ὡς προσῆκεν ἐβοηθήσαμεν αὐτοί, ῥᾴονι καὶ πολὺ ταπεινοτέρῳ νῦν ἂν ἐχρώμεθα τῷ Φιλίππῳ. νῦν δὲ τὸ μὲν παρὸν ἀεὶ προϊέμενοι, τὰ δὲ μέλλοντ᾽ αὐτόματ᾽ οἰόμενοι σχήσειν καλῶς, ηὐξήσαμεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, Φίλιππον ἡμεῖς καὶ κατεστήσαμεν τηλικοῦτον ἡλίκος οὐδείς πω βασιλεὺς γέγονεν Μακεδονίας. νυνὶ δὴ καιρὸς ἥκει τις, οὗτος ὁ τῶν Ὀλυνθίων, αὐτόματος τῇ πόλει, ὃς οὐδενός ἐστιν ἐλάττων τῶν προτέρων ἐκείνων. [10] καὶ ἔμοιγε δοκεῖ τις ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δίκαιος λογιστὴς τῶν παρὰ τῶν θεῶν ἡμῖν ὑπηργμένων καταστάς, καίπερ οὐκ ἐχόντων ὡς δεῖ πολλῶν, ὅμως μεγάλην ἂν ἔχειν αὐτοῖς χάριν, εἰκότως· τὸ μὲν γὰρ πόλλ᾽ ἀπολωλεκέναι κατὰ τὸν πόλεμον τῆς ἡμετέρας ἀμελείας ἄν τις θείη δικαίως, τὸ δὲ μήτε πάλαι τοῦτο πεπονθέναι πεφηνέναι τέ τιν᾽ ἡμῖν συμμαχίαν τούτων ἀντίρροπον, ἂν βουλώμεθα χρῆσθαι, τῆς παρ᾽ ἐκείνων εὐνοίας εὐεργέτημ᾽ ἂν ἔγωγε θείην. [11] ἀλλ᾽, οἶμαι, παρόμοιόν ἐστιν ὅπερ καὶ περὶ τῆς τῶν χρημάτων κτήσεως· ἂν μὲν γάρ, ὅσ᾽ ἄν τις λάβῃ, καὶ σῴσῃ, μεγάλην ἔχει τῇ τύχῃ τὴν χάριν, ἂν δ᾽ ἀναλώσας λάθῃ, συνανήλωσε καὶ τὸ μεμνῆσθαι [τὴν χάριν]. καὶ περὶ τῶν πραγμάτων οὕτως οἱ μὴ χρησάμενοι τοῖς καιροῖς ὀρθῶς, οὐδ᾽ εἰ συνέβη τι παρὰ τῶν θεῶν χρηστὸν μνημονεύουσι· πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἕκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται. διὸ καὶ σφόδρα δεῖ τῶν λοιπῶν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φροντίσαι, ἵνα ταῦτ᾽ ἐπανορθωσάμενοι τὴν ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις ἀδοξίαν ἀποτριψώμεθα. [12] εἰ δὲ προησόμεθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τούτους τοὺς ἀνθρώπους, εἶτ᾽ Ὄλυνθον ἐκεῖνος καταστρέψεται, φρασάτω τις ἐμοὶ τί τὸ κωλῦον ἔτ᾽ αὐτὸν ἔσται βαδίζειν ὅποι βούλεται. ἆρα λογίζεταί τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ θεωρεῖ τὸν τρόπον δι᾽ ὃν μέγας γέγονεν ἀσθενὴς ὢν τὸ κατ᾽ ἀρχὰς Φίλιππος; τὸ πρῶτον Ἀμφίπολιν λαβών, μετὰ ταῦτα Πύδναν, πάλιν Ποτείδαιαν, Μεθώνην αὖθις, εἶτα Θετταλίας ἐπέβη· [13] μετὰ ταῦτα Φεράς, Παγασάς, Μαγνησίαν, πάνθ᾽ ὃν ἐβούλετ᾽ εὐτρεπίσας τρόπον ᾤχετ᾽ εἰς Θρᾴκην· εἶτ᾽ ἐκεῖ τοὺς μὲν ἐκβαλὼν τοὺς δὲ καταστήσας τῶν βασιλέων ἠσθένησε· πάλιν ῥᾴσας οὐκ ἐπὶ τὸ ῥᾳθυμεῖν ἀπέκλινεν, ἀλλ᾽ εὐθὺς Ὀλυνθίοις ἐπεχείρησεν. τὰς δ᾽ ἐπ᾽ Ἰλλυριοὺς καὶ Παίονας αὐτοῦ καὶ πρὸς Ἀρύββαν καὶ ὅποι τις ἂν εἴποι παραλείπω στρατείας.
[14] Τί οὖν, ἄν τις εἴποι, ταῦτα λέγεις ἡμῖν νῦν; ἵνα γνῶτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ αἴσθησθ᾽ ἀμφότερα, καὶ τὸ προΐεσθαι καθ᾽ ἕκαστον ἀεί τι τῶν πραγμάτων ὡς ἀλυσιτελές, καὶ τὴν φιλοπραγμοσύνην ᾗ χρῆται καὶ συζῇ Φίλιππος, ὑφ᾽ ἧς οὐκ ἔστιν ὅπως ἀγαπήσας τοῖς πεπραγμένοις ἡσυχίαν σχήσει. εἰ δ᾽ ὁ μὲν ὡς ἀεί τι μεῖζον τῶν ὑπαρχόντων δεῖ πράττειν ἐγνωκὼς ἔσται, ἡμεῖς δ᾽ ὡς οὐδενὸς ἀντιληπτέον ἐρρωμένως τῶν πραγμάτων, σκοπεῖσθ᾽ εἰς τί ποτ᾽ ἐλπὶς ταῦτα τελευτῆσαι. [15] πρὸς θεῶν, τίς οὕτως εὐήθης ἐστὶν ὑμῶν ὅστις ἀγνοεῖ τὸν ἐκεῖθεν πόλεμον δεῦρ᾽ ἥξοντα, ἂν ἀμελήσωμεν; ἀλλὰ μήν, εἰ τοῦτο γενήσεται, δέδοικ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον ὥσπερ οἱ δανειζόμενοι ῥᾳδίως ἐπὶ τοῖς μεγάλοις [τόκοις] μικρὸν εὐπορήσαντες χρόνον ὕστερον καὶ τῶν ἀρχαίων ἀπέστησαν, οὕτω καὶ ἡμεῖς [ἂν] ἐπὶ πολλῷ φανῶμεν ἐρρᾳθυμηκότες, καὶ ἅπαντα πρὸς ἡδονὴν ζητοῦντες πολλὰ καὶ χαλεπὰ ὧν οὐκ ἐβουλόμεθ᾽ ὕστερον εἰς ἀνάγκην ἔλθωμεν ποιεῖν, καὶ κινδυνεύσωμεν περὶ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ.

ΔΙΗΓΗΣΗ (§§ 2-15)
[2] Η σημερινή λοιπόν περίσταση, πολίτες Αθηναίοι, μόνο που δε βγάζει φωνή να σας πει ότι πρέπει να πάρετε στα χέρια σας τον έλεγχο εκείνων των πραγμάτων, αν ενδιαφέρεστε πραγματικά για τη διασφάλισή τους. Αλλά δε γνωρίζω ποιά εικόνα δίνουμε όσον αφορά την αντιμετώπισή τους. Η προσωπική μου γνώμη είναι να ψηφίσετε αμέσως τη στρατιωτική βοήθεια και να ετοιμάσετε όσο το δυνατό γρηγορότερα την απ᾽ εδώ αποστολή της (για να μη ξαναπάθετε ό,τι και στο παρελθόν) και να στείλετε στην Όλυνθο αντιπροσωπεία, για να ανακοινώσει τις προθέσεις μας και να παρακολουθεί από κοντά την κατάσταση. [3] Γιατί ο μεγαλύτερος φόβος είναι τούτος, μήπως δηλαδή ο Φίλιππος ανατρέψει την όλη κατάσταση και αποσπάσει κάτι από τα εκεί συμφέροντά μας, καθώς είναι πανούργος και φοβερός άνθρωπος στο να εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις, άλλοτε υποχωρώντας, όταν χρειαστεί, άλλοτε απειλώντας (και έχει μεγάλες πιθανότητες να φαίνεται σ᾽ αυτό αξιόπιστος), άλλοτε πάλι διαβάλλοντας εμάς και την εκεί απουσία μας. [4] Κι όμως, Αθηναίοι, λογικά αυτό που από τα πράγματα του Φιλίππου τον καθιστά φοβερότατο, αυτό το ίδιο είναι και το πιο ευνοϊκό για σας· δηλαδή το να είναι ένας αυτός απόλυτος κύριος της όλης κατάστασης, σε φανερές και μυστικές υπηρεσίες, ο ίδιος στρατηγός και μαζί απόλυτος μονάρχης και διαχειριστής των δημοσίων εσόδων, πανταχού παρών στο στρατό, όλα αυτά σε ό,τι αφορά τη γρήγορη και έγκαιρη διεξαγωγή του πολέμου είναι μεγάλο πλεονέκτημα· όσον αφορά όμως τις συνδιαλλαγές, που εκείνος με χαρά θα έκανε με τους Ολυνθίους, είναι αντίθετα μειονέκτημα. [5] Γιατί είναι φανερό στους Ολυνθίους ότι αυτή τη στιγμή δεν πολεμούν για τη δόξα ούτε και για ένα τμήμα της χώρας τους, αλλά για να αποτρέψουν την καταστροφή και την υποδούλωση της πατρίδας τους. Επίσης γνωρίζουν καλά όσα έκανε σ᾽ εκείνους από τους Αμφιπολίτες που του παρέδωσαν την πόλη τους και σ᾽ αυτούς από τους Πυδναίους που τον υποδέχτηκαν· εξάλλου, γενικά η τυραννίδα, κατά τη γνώμη μου, δεν εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη στις δημοκρατίες και για άλλους γενικότερους λόγους και μάλιστα όταν γειτονεύουν με αυτήν.
[6] Αν λοιπόν, Αθηναίοι, συνειδητοποιήσετε αυτά και λάβετε υπόψη σας και όλα τα άλλα όσα αρμόζει στην περίσταση, φρονώ ότι πρέπει να δείξετε θέληση, να ξεσηκωθείτε και τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά να στρέψετε την προσοχή σας στον πόλεμο, συνεισφέροντας πρόθυμα χρήματα, εκστρατεύοντας οι ίδιοι προσωπικά, μην αφήνοντας τίποτε στην τύχη. Γιατί δε μένει πια σε σας καμιά εντελώς δικαιολογία ούτε πρόφαση, ώστε να μη θέλετε να κάνετε αυτά που πρέπει. [7] Γιατί αυτή τη στιγμή, αυτό που όλοι συνεχώς το λέγατε, ότι δηλαδή πρέπει να ωθήσουμε τους Ολυνθίους σε πόλεμο εναντίον του Φιλίππου, έχει γίνει από μόνο του, και μάλιστα κάτω από συνθήκες που θα ήταν οι πιο ευνοϊκές για σας. Αν δηλαδή ξεκινούσαν τον πόλεμο παρακινημένοι από σας, θα ήταν ασταθείς σύμμαχοι και πιθανόν να έμεναν πιστοί μόνο για κάποιο χρονικό διάστημα· επειδή όμως τον μισούν έχοντας προσωπικά παράπονα, είναι φυσικό να είναι μόνιμο το μίσος τους γι᾽ αυτόν για όσα έχουν πάθει και για όσα φοβούνται μήπως πάθουν. [8] Επομένως, δεν πρέπει, Αθηναίοι, να αφήσετε ανεκμετάλλευτη μια τέτοια ευκαιρία που σας έτυχε ούτε να ξαναπάθετε το ίδιο που πολλές φορές ήδη έχετε πάθει στο παρελθόν. Εάν δηλαδή τότε που γυρίσαμε στην πόλη, μετά τη βοήθεια που είχαμε προσφέρει στους Ευβοείς, και είχαν παρουσιαστεί σ᾽ αυτό εδώ το βήμα εκ μέρους των Αμφιπολιτών ο Ιέραξ και ο Στρατοκλής παρακαλώντας μας να πλεύσουμε προς τη Μακεδονία και να αναλάβουμε τον έλεγχο της πόλης τους, αν τότε δείχναμε για τους εαυτούς μας την ίδια ακριβώς προθυμία που δείξαμε για τη σωτηρία των Ευβοέων, θα είχατε τότε υπό την κατοχή σας την Αμφίπολη και θα ήσασταν απαλλαγμένοι από όλα τα μετέπειτα προβλήματα. [9] Αλλά και πάλι, όταν μας έρχονταν οι ειδήσεις ότι πολιορκούνταν η Πύδνα, η Ποτίδαια, η Μεθώνη, οι Παγασές και οι άλλες γενικά πόλεις, για να μη χάνω χρόνο αναφέροντας καθεμιά χωριστά, εάν τότε είχαμε δείξει την πρέπουσα προθυμία και σπεύδαμε οι ίδιοι προσωπικά σε βοήθεια σε μια από αυτές, στην πρώτη πόλη που έκανε έκκληση, θα είχαμε να κάνουμε σήμερα με έναν Φίλιππο ευκολότερο και όχι τόσο αλαζονικό. Τώρα όμως, αδιαφορώντας συνεχώς για το παρόν και νομίζοντας ότι τα πράγματα στο μέλλον θα διορθωθούν από μόνα τους, εμείς μόνοι μας, Αθηναίοι, κάναμε τον Φίλιππο ισχυρό και τον καταστήσαμε τόσο μεγάλο όσο κανένας βασιλιάς της Μακεδονίας δεν υπήρξε μέχρι σήμερα πριν από αυτόν. Νά λοιπόν που τώρα δίνεται στην πόλη μας μια ευκαιρία, αυτή εδώ των Ολυνθίων, που παρουσιάστηκε από μόνη της και δεν είναι μικρότερης σημασίας από καμιά από τις γνωστές προηγούμενες.
[10] Η δική μου τουλάχιστον γνώμη, Αθηναίοι, είναι ότι, αν κάποιος γινόταν δίκαιος κριτής των υπηρεσιών που μας έχουν προσφέρει οι θεοί, αν και πολλά πράγματα δεν είναι όπως πρέπει, εντούτοις θα χρωστούσε μεγάλη χάρη σ᾽ αυτούς, και δικαιολογημένα. Γιατί το ότι χάσαμε πολλά στη διάρκεια του πολέμου, δίκαια θα μπορούσε κάποιος να το θεωρήσει ως συνέπεια της δικής μας αμέλειας (: να το αποδώσει στη δική μας αμέλεια)· το ότι όμως δεν έχουμε πάθει αυτά προ πολλού και ότι σήμερα μας έχει παρουσιαστεί μια συμμαχία ως αντιστάθμισμα σ᾽ αυτά τα παθήματα, αν βέβαια επιθυμούμε να την εκμεταλλευτούμε, αυτό εγώ τουλάχιστον θα το θεωρούσα ευεργέτημα οφειλόμενο στη εύνοια των θεών. [11] Αλλά, θαρρώ, ότι είναι κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει σχετικά με την απόκτηση χρημάτων· αν δηλαδή διατηρήσει κάποιος όσα τυχόν αποκτήσει, χρωστά μεγάλη χάρη στην τύχη· αν όμως τα ξοδέψει χωρίς να το καταλάβει, συνήθως χάνει μαζί και το αίσθημα της ευγνωμοσύνης. Έτσι και στα πολιτικά, όσοι δεν εκμεταλλεύτηκαν σωστά τις περιστάσεις, δεν αναγνωρίζουν ούτε και αν ακόμη οι θεοί τούς έχουν κάνει κάποιο καλό.
Γιατί καθετί από όσα προηγήθηκαν κρίνεται ανάλογα με το τελικό αποτέλεσμα. Γι᾽ αυτό, Αθηναίοι, πρέπει να σκεφτείτε πολύ σοβαρά και για τα υπόλοιπα, προκειμένου, επανορθώνοντάς τα, να ξεπλύνουμε την ντροπή για τα όσα άσχημα έχουν γίνει ώς τα τώρα.
[12] Αν όμως, Αθηναίοι, εγκαταλείψουμε στην τύχη τους και αυτούς τους ανθρώπους και στη συνέχεια εκείνος υποτάξει την Όλυνθο, ας μου πει κάποιος τί θα τον εμποδίσει πια να πάει όπου επιθυμεί. Άραγε αναλογίζεται κανείς από σας και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιππος έχει γίνει μεγάλος, ενώ στην αρχή δεν διέθετε δυνάμεις; Στην αρχή κατέλαβε την Αμφίπολη, μετά την Πύδνα, κατόπιν την Ποτίδαια, έπειτα τη Μεθώνη και στη συνέχεια έβαλε πόδι και στη Θεσσαλία. [13] Ύστερα από αυτά αφού τακτοποίησε με όποιο τρόπο ήθελε τις Φέρες, τις Παγασές και τη Μαγνησία, τράβηξε για τη Θράκη. Εκεί στη συνέχεια, αφού άλλους βασιλιάδες έδιωξε και άλλους ανέβασε στο θρόνο, αρρώστησε. Και όταν πάλι ανάρρωσε, δεν έκλινε προς την απραξία, αλλά αμέσως επιτέθηκε κατά των Ολυνθίων. Δεν αναφέρω βέβαια τις εκστρατείες του εναντίον των Ιλλυριών και των Παιόνων και κατά του Αρρύβα και όπου αλλού μπορεί να πει κανείς.
[14] Θα έλεγε κάποιος «τί μας τα λες τώρα αυτά;» (Σας τα λέω) για να καταλάβετε, Αθηναίοι, και να συνειδητοποιήσετε δυο πράγματα: πρώτον πόσο επιζήμιο είναι να αφήνουμε συνεχώς τις ευκαιρίες να χάνονται τη μια μετά την άλλη και δεύτερον την αδιάκοπη δραστηριότητα του Φιλίππου, που δεν την κρύβει και η οποία είναι μέσα στη φύση του και δεν τον αφήνει να αρκεσθεί σε όσα πέτυχε και να ησυχάσει. Αν όμως αυτός από τη μια έχει βάλει ως σκοπό του ότι πρέπει συνεχώς να κατορθώνει όλο και κάτι μεγαλύτερο απ᾽ όσα έχει πετύχει, εμείς από την άλλη κρίνουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζουμε αποφασιστικά κανένα από τα προβλήματά μας, σκεφθείτε ποιά κατάληξη μπορούν να έχουν τα ζητήματα αυτά. [15] Για όνομα των θεών, ποιός από σας είναι τόσο αφελής, ώστε να αγνοεί ότι, αν αμελήσουμε, θα μεταφερθεί ο πόλεμος από εκεί (: από την Όλυνθο) προς τα εδώ; Αλλ᾽, αν συμβεί αυτό, φοβάμαι, Αθηναίοι, μήπως την πάθουμε όπως ακριβώς αυτοί που δανείζονται με ευκολία με υψηλό τόκο· αυτοί αφού καλοπεράσουν για λίγο διάστημα, μετά χάνουν και όσα είχαν πριν δανειστούν· έτσι και εμείς, αν για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανήσουμε, επιδιώκοντας τα πάντα προς ευχαρίστησή μας, φοβάμαι μήπως αργότερα περιέλθουμε στην ανάγκη να κάνουμε πολλά και οδυνηρά, που δεν τα θέλαμε, και διακινδυνεύσουμε και για τα αγαθά που έχουμε στην ίδια μας τη χώρα.