Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΥΣΙΑΣ

Κατὰ Νικομάχου (30) (21-25)


[21] Ἐνθυμεῖσθε τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι, ὅταν μὲν κατὰ τὰς συγγραφὰς ποιῶμεν, ἅπαντα τὰ πάτρια θύεται, ἐπειδὰν δὲ κατὰ τὰς στήλας ἃς οὗτος ἀνέγραψε, πολλὰ τῶν ἱερῶν καταλύεται. κἀν τούτοις ὁ ἱερόσυλος περιτρέχει, λέγων ὡς εὐσέβειαν ἀλλ᾽ οὐκ εὐτέλειαν ἀνέγραψε· καὶ εἰ μὴ ταῦτα ὑμῖν ἀρέσκει, ἐξαλείφειν κελεύει, καὶ ἐκ τούτων οἴεται πείσειν ὡς οὐδὲν ἀδικεῖ· ὃς ἐν δυοῖν μὲν ἐτοῖν πλείω ἤδη τοῦ δέοντος δώδεκα ταλάντοις ἀνήλωσε, παρ᾽ ἕκαστον δὲ τὸν ἐνιαυτὸν ἐπεχείρησεν ἓξ ταλάντοις τὴν πόλιν ζημιῶσαι, [22] καὶ ταῦτα ὁρῶν αὐτὴν ἀποροῦσαν χρημάτων καὶ Λακεδαιμονίους μὲν ἀπειλοῦντας, ὅταν μὴ ἀποπέμψωμεν αὐτοῖς τὰ χρήματα, Βοιωτοὺς δὲ σύλας ποιουμένους, ὅτι οὐ δυνάμεθα δύο τάλαντα ἀποδοῦναι, τοὺς δὲ νεωσοίκους ‹καὶ› τὰ τείχη περικαταρρέοντα, εἰδὼς δὲ ὅτι ἡ βουλὴ ἡ ‹ἀεὶ› βουλεύουσα, ὅταν μὲν ἔχῃ ἱκανὰ χρήματα εἰς διοίκησιν, οὐδὲν ἐξαμαρτάνει, ὅταν δὲ εἰς ἀπορίαν καταστῇ, ἀναγκάζεται εἰσαγγελίας δέχεσθαι καὶ δημεύειν τὰ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ῥητόρων τοῖς ‹τὰ› πονηρότατα λέγουσι πείθεσθαι. [23] χρὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, μὴ τοῖς βουλεύουσιν ἑκάστοτε ὀργίζεσθαι, ἀλλὰ τοῖς εἰς τοιαύτας ἀπορίας καθιστᾶσι τὴν πόλιν. προσέχουσι ‹δὲ› τὸν νοῦν οἱ βουλόμενοι τὰ κοινὰ κλέπτειν, ὅπως Νικόμαχος ἀγωνιεῖται· οἷς ὑμεῖς, ἐὰν μὴ τοῦτον τιμωρήσησθε, πολλὴν ἄδειαν ποιήσετε· ἐὰν δὲ καταψηφισάμενοι τῶν ἐσχάτων αὐτῷ τιμήσητε, τῇ αὐτῇ ψήφῳ τούς τε ἄλλους βελτίους ποιήσετε καὶ παρὰ τούτου δίκην εἰληφότες ἔσεσθε. [24] ἐπίστασθε δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι παράδειγμα τοῖς ἄλλοις ἔσται μὴ τολμᾶν εἰς ὑμᾶς ἐξαμαρτάνειν οὐχ ὅταν τοὺς ἀδυνάτους εἰπεῖν κολάζητε, ἀλλ᾽ ὅταν παρὰ τῶν δυναμένων λέγειν δίκην λαμβάνητε. τίς οὖν τῶν ἐν τῇ πόλει ἐπιτηδειότερος Νικομάχου δοῦναι δίκην; τίς ἐλάττω τὴν πόλιν ἀγαθὰ πεποίηκεν ἢ πλείω ἠδίκηκεν; [25] ὃς καὶ τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἱερῶν ἀναγραφεὺς γενόμενος εἰς ἀμφότερα ταῦτα ἡμάρτηκεν. ἀναμνήσθητε δὲ ὅτι πολλοὺς ἤδη τῶν πολιτῶν ἐπὶ κλοπῇ χρημάτων ἀπεκτείνατε. καίτοι ἐκεῖνοι μὲν τοσοῦτον μόνον ὑμᾶς ἔβλαψαν ὅσον ἐν τῷ παρόντι, οὗτοι δ᾽ ἐπὶ τῇ τῶν νόμων ἀναγραφῇ [καὶ τῶν ἱερῶν] δῶρα λαμβάνοντες εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον τὴν πόλιν ζημιοῦσι.


[21] Σκεφτείτε λοιπόν, άνδρες δικαστές, ότι, όταν πράττουμε κατά τα προδιαγεγραμμένα, τελούνται όλες οι πατροπαράδοτες θυσίες, ενώ όταν ακολουθούμε τις στήλες με τις δικές του καταγραφές, πολλές θυσίες ακυρώνονται. Και αποπάνω περιφέρεται ο αθεόφοβος λέγοντας ότι η καταγραφή του αφορά την ευσέβεια και όχι τη φθήνια. Και αν αυτά δεν σας αρέσουν, σας καλεί να τα απαλείψετε, και φαντάζεται ότι έτσι θα σας πείσει ότι δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα, αυτός που σε διάστημα δύο ετών δαπάνησε δώδεκα τάλαντα παραπάνω από ό,τι έπρεπε, ενώ επιχείρησε να ζημιώσει την πόλη έξι τάλαντα το χρόνο, [22] και μάλιστα παρότι έβλεπε ότι η πόλη δεν είχε χρήματα και ότι οι Λακεδαιμόνιοι απειλούσαν, όταν δεν τους αποστέλλαμε τα χρήματα, και ότι οι Βοιωτοί έκαναν επιδρομές, επειδή δεν είμαστε σε θέση να τους επιστρέψουμε δύο τάλαντα, ενώ κατέρρεαν τα νεώρια και τα τείχη. Γνώριζε επίσης ότι η βουλή που ασκεί εκάστοτε την εξουσία, όταν έχει αρκετά χρήματα για τη διοίκηση, δεν αυθαιρετεί, ενώ όταν βρίσκεται σε απόγνωση, αναγκάζεται να αποδέχεται καταγγελίες και να δημεύει τις περιουσίες των πολιτών και να πείθεται στους ρήτορες που κάνουν τις πιο ελεεινές προτάσεις. [23] Δεν πρέπει επομένως, άνδρες δικαστές, να αγανακτείτε με τους εκάστοτε βουλευτές, αλλά με αυτούς που οδηγούν την πόλη σε τέτοια ένδεια. Όσοι θέλουν να κλέβουν το δημόσιο χρήμα παρακολουθούν με προσοχή ποιά θα είναι η έκβαση της δίκης για τον Νικόμαχο. Εάν δεν τον τιμωρήσετε, θα εξασφαλίσετε σε αυτούς πλήρη ασυλία. Εάν όμως τον καταδικάσετε και του επιβάλετε την εσχάτη των ποινών, με την ίδια απόφαση και θα κάνετε καλύτερους τους άλλους και θα έχετε τιμωρήσει εκείνον. [24] Γνωρίζετε μάλιστα, άνδρες δικαστές, ότι θα αποτελέσει παράδειγμα για τους άλλους, ώστε να μην τολμούν να ενεργούν εις βάρος σας, όχι όταν τιμωρείτε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα του λόγου, αλλά όταν επιβάλλετε ποινές σε ανθρώπους που είναι ικανοί αγορητές. Ποιός άλλος λοιπόν στην πόλη θα άξιζε την τιμωρία περισσότερο από τον Νικόμαχο; Ποιός έχει προσφέρει λιγότερα στην πόλη ή την έχει αδικήσει περισσότερο; [25] Αυτός ανέλαβε να καταγράψει και τους νόμους που αφορούν τα ιερά και τους νόμους που αφορούν τα ανθρώπινα, και δεν σεβάστηκε ούτε τα μεν ούτε τα δε. Θυμηθείτε ακόμη ότι στο παρελθόν εκτελέσατε πολλούς πολίτες γιατί έκλεψαν δημόσιο χρήμα. Το αδίκημα εκείνων ωστόσο ήταν στιγμιαίο, ενώ αυτοί εδώ, που δωροδοκούνται για την καταγραφή των νόμων, βλάπτουν διαχρονικώς την πόλη.