Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Ἑλληνικά (6.4.27-6.4.37)

[6.4.27] Ὁ μέντοι Ἰάσων ἀπιὼν διὰ τῆς Φωκίδος Ὑαμπολιτῶν μὲν τό τε προάστιον εἷλε καὶ τὴν χώραν ἐπόρθησε καὶ ἀπέκτεινε πολλούς· τὴν δ᾽ ἄλλην Φωκίδα διῆλθεν ἀπραγμόνως. ἀφικόμενος δὲ εἰς Ἡράκλειαν κατέβαλε τὸ Ἡρακλεωτῶν τεῖχος, δῆλον ὅτι οὐ τοῦτο φοβούμενος, μή τινες ἀναπεπταμένης ταύτης τῆς παρόδου πορεύσοιντο ἐπὶ τὴν ἐκείνου δύναμιν, ἀλλὰ μᾶλλον ἐνθυμούμενος μή τινες τὴν Ἡράκλειαν ἐπὶ στενῷ οὖσαν καταλαβόντες εἴργοιεν αὐτόν, εἴ ποι βούλοιτο τῆς Ἑλλάδος πορεύεσθαι. [6.4.28] ἐπεὶ δὲ ἀπῆλθε πάλιν εἰς τὴν Θετταλίαν, μέγας μὲν ἦν καὶ διὰ τὸ τῷ νόμῳ Θετταλῶν ταγὸς καθεστάναι καὶ διὰ τὸ μισθοφόρους πολλοὺς τρέφειν περὶ αὑτὸν καὶ πεζοὺς καὶ ἱππέας, καὶ τούτους ἐκπεπονημένους ὡς ἂν κράτιστοι εἶεν· ἔτι δὲ μείζων καὶ διὰ τὸ συμμάχους πολλοὺς τοὺς μὲν ἤδη εἶναι αὐτῷ, τοὺς δὲ καὶ ἔτι βούλεσθαι γίγνεσθαι. μέγιστος δ᾽ ἦν τῶν καθ᾽ αὑτὸν τῷ μηδ᾽ ὑφ᾽ ἑνὸς εὐκαταφρόνητος εἶναι. [6.4.29] ἐπιόντων δὲ Πυθίων παρήγγειλε μὲν ταῖς πόλεσι βοῦς καὶ οἶς καὶ αἶγας καὶ ὗς παρασκευάζεσθαι ὡς εἰς τὴν θυσίαν· καὶ ἔφασαν πάνυ μετρίως ἑκάστῃ πόλει ἐπαγγελλομένῳ γενέσθαι βοῦς μὲν οὐκ ἐλάττους χιλίων, τὰ δὲ ἄλλα βοσκήματα πλείω ἢ μύρια. ἐκήρυξε δὲ καὶ νικητήριον χρυσοῦν στέφανον ἔσεσθαι, ἥτις τῶν πόλεων βοῦν ἡγεμόνα κάλλιστον τῷ θεῷ θρέψειε. [6.4.30] παρήγγειλε δὲ καὶ ὡς στρατευσομένοις εἰς τὸν περὶ τὰ Πύθια χρόνον Θετταλοῖς παρασκευάζεσθαι· διενοεῖτο γάρ, ὡς ἔφασαν, καὶ τὴν πανήγυριν τῷ θεῷ καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτὸς διατιθέναι. περὶ μέντοι τῶν ἱερῶν χρημάτων ὅπως μὲν διενοεῖτο ἔτι καὶ νῦν ἄδηλον· λέγεται δὲ ἐπερομένων τῶν Δελφῶν τί χρὴ ποιεῖν, ἐὰν λαμβάνῃ τῶν τοῦ θεοῦ χρημάτων, ἀποκρίνασθαι τὸν θεὸν ὅτι αὐτῷ μελήσει. [6.4.31] ὁ δ᾽ οὖν ἀνὴρ τηλικοῦτος ὢν καὶ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα διανοούμενος, ἐξέτασιν πεποιηκὼς καὶ δοκιμασίαν τοῦ Φεραίων ἱππικοῦ, καὶ ἤδη καθήμενος καὶ ἀποκρινόμενος, εἴ τις δεόμενός του προσίοι, ὑπὸ νεανίσκων ἑπτὰ προσελθόντων ὡς διαφερομένων τι ἀλλήλοις ἀποσφάττεται καὶ κατακόπτεται. [6.4.32] βοηθησάντων δὲ ἐρρωμένως τῶν παραγενομένων δορυφόρων εἷς μὲν ἔτι τύπτων τὸν Ἰάσονα λόγχῃ πληγεὶς ἀποθνῄσκει· ἕτερος δὲ ἀναβαίνων ἐφ᾽ ἵππον ἐγκαταληφθεὶς καὶ πολλὰ τραύματα λαβὼν ἀπέθανεν· οἱ δ᾽ ἄλλοι ἀναπηδήσαντες ἐπὶ τοὺς παρεσκευασμένους ἵππους ἀπέφυγον· ὅποι δὲ ἀφίκοιντο τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, ἐν ταῖς πλείσταις ἐτιμῶντο. ᾧ καὶ δῆλον ἐγένετο ὅτι ἰσχυρῶς ἔδεισαν οἱ Ἕλληνες αὐτὸν μὴ τύραννος γένοιτο.
[6.4.33] Ἀποθανόντος μέντοι ἐκείνου Πολύδωρος ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ Πολύφρων ταγοὶ κατέστησαν. καὶ ὁ μὲν Πολύδωρος, πορευομένων ἀμφοτέρων εἰς Λάρισαν, νύκτωρ καθεύδων ἀποθνῄσκει ὑπὸ Πολύφρονος τοῦ ἀδελφοῦ, ὡς ἐδόκει· ὁ γὰρ θάνατος αὐτοῦ ἐξαπιναῖός τε καὶ οὐκ ἔχων φανερὰν πρόφασιν ἐγένετο. [6.4.34] ὁ δ᾽ αὖ Πολύφρων ἦρξε μὲν ἐνιαυτόν, κατεσκευάσατο δὲ τὴν ταγείαν τυραννίδι ὁμοίαν. ἔν τε γὰρ Φαρσάλῳ τὸν Πολυδάμαντα καὶ ἄλλους τῶν πολιτῶν ὀκτὼ τοὺς κρατίστους ἀπέκτεινεν, ἔκ τε Λαρίσης πολλοὺς φυγάδας ἐποίησε. [6.4.35] ταῦτα δὲ ποιῶν καὶ οὗτος ἀποθνῄσκει ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου, ὡς τιμωροῦντος τῷ Πολυδώρῳ καὶ τὴν τυραννίδα καταλύοντος. ἐπεὶ δ᾽ αὐτὸς παρέλαβε τὴν ἀρχήν, χαλεπὸς μὲν Θετταλοῖς ταγὸς ἐγένετο, χαλεπὸς δὲ Θηβαίοις καὶ Ἀθηναίοις πολέμιος, ἄδικος δὲ λῃστὴς καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν. τοιοῦτος δ᾽ ὢν καὶ αὐτὸς αὖ ἀποθνῄσκει, αὐτοχειρίᾳ μὲν ὑπὸ τῶν τῆς γυναικὸς ἀδελφῶν, βουλῇ δὲ ὑπ᾽ αὐτῆς ἐκείνης. [6.4.36] τοῖς τε γὰρ ἀδελφοῖς ἐξήγγειλεν ὡς ὁ Ἀλέξανδρος ἐπιβουλεύοι αὐτοῖς καὶ ἔκρυψεν αὐτοὺς ἔνδον ὄντας ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ δεξαμένη μεθύοντα τὸν Ἀλέξανδρον ἐπεὶ κατεκοίμισεν, ὁ μὲν λύχνος ἐκάετο, τὸ δὲ ξίφος αὐτοῦ ἐξήνεγκεν. ὡς δ᾽ ᾔσθετο ὀκνοῦντας εἰσιέναι ἐπὶ τὸν Ἀλέξανδρον τοὺς ἀδελφούς, εἶπεν ὡς εἰ μὴ ἤδη πράξοιεν, ἐξεγερεῖ αὐτόν. ὡς δ᾽ εἰσῆλθον, ἐπισπάσασα τὴν θύραν εἴχετο τοῦ ῥόπτρου, ἕως ἀπέθανεν ὁ ἀνήρ. [6.4.37] ἡ δὲ ἔχθρα λέγεται αὐτῇ πρὸς τὸν ἄνδρα γενέσθαι ὑπὸ μέν τινων ὡς ἐπεὶ ἔδησε τὰ ἑαυτοῦ παιδικὰ ὁ Ἀλέξανδρος, νεανίσκον ὄντα καλόν, δεηθείσης αὐτῆς λῦσαι ἐξαγαγὼν αὐτὸν ἀπέσφαξεν· οἱ δέ τινες ὡς ἐπεὶ παῖδες αὐτῷ οὐκ ἐγίγνοντο ἐκ ταύτης, ὅτι πέμπων εἰς Θήβας ἐμνήστευε τὴν Ἰάσονος γυναῖκα [ἀνα]λαβεῖν. τὰ μὲν οὖν αἴτια τῆς ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῆς γυναικὸς οὕτω λέγεται· τῶν δὲ ταῦτα πραξάντων ἄχρι οὗ ὅδε ὁ λόγος ἐγράφετο Τισίφονος πρεσβύτατος ὢν τῶν ἀδελφῶν τὴν ἀρχὴν εἶχε.

[6.4.27] Στο μεταξύ ο Ιάσων, φεύγοντας μέσα από τη Φωκίδα, κατέλαβε το προάστιο των Υαμπολιτών, λεηλάτησε τη γη τους και σκότωσε πολλούς· την υπόλοιπη Φωκίδα τη διάβηκε δίχως να την πειράξει. Όταν έφτασε στην Ηράκλεια, ωστόσο, γκρέμισε το τείχος των Ηρακλεωτών: είναι φανερό πως δεν φοβόταν μήπως κανένας βρει ανοιχτό αυτό το πέρασμα και βαδίσει εναντίον του, αλλά τον απασχολούσε το ενδεχόμενο μήπως καταλάβει κάποιος την Ηράκλεια, που δεσπόζει σε στενά, και του κόψει τον δρόμο όταν θα ᾽θελε ο ίδιος να πορευτεί προς οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδος.
[370 π.Χ.]
[6.4.28] Όταν γύρισε ξανά στη Θεσσαλία, η δύναμή του ήταν μεγάλη, επειδή είχε γίνει νόμιμος ηγεμόνας των Θεσσαλών και διατηρούσε κοντά του πολλούς μισθοφόρους, πεζούς και καβαλάρηδες, και μάλιστα γυμνασμένους έτσι, που ν᾽ αποτελούν πρώτης γραμμής στρατό· ακόμα μεγαλύτερη ήταν επειδή είχε κιόλας πολλούς συμμάχους, κι άλλους που αποζητούσαν τη συμμαχία του. Κοντολογίς ήταν η ισχυρότερη φυσιογνωμία της εποχής του, γιατί κανένας δεν ήταν σε θέση να τον αψηφήσει.
[6.4.29] Καθώς πλησίαζαν τα Πύθια, παρήγγειλε στις πόλεις να ετοιμάσουν βόδια, πρόβατα, κατσίκια και χοίρους για τη θυσία· και λένε πως μόλο που δεν ζήτησε πολλά από καθεμιά πόλη, μαζεύτηκαν το λιγότερο χίλια βόδια και πάνω από δέκα χιλιάδες άλλα ζώα. Προκήρυξε κι έπαθλο ένα χρυσό στεφάνι για την πόλη που θα έτρεφε το πιο ωραίο βόδι για να μπει κεφαλή στην πομπή προς τιμήν του θεού. [6.4.30] Πρόσταξε επίσης τους Θεσσαλούς να ετοιμαστούν για εκστρατεία την εποχή των Πυθίων· γιατί σχεδίαζε, καθώς λένε, να διευθύνει ο ίδιος και τη θρησκευτική τελετή και τ᾽ αγωνίσματα. Ποιοί ήταν οι σκοποί του σχετικά με τον ιερό θησαυρό, ακόμα και σήμερα παραμένει άγνωστο· λένε πάντως ότι όταν οι κάτοικοι των Δελφών ρώτησαν το μαντείο τί έπρεπε να κάνουν αν ο Ιάσων έπαιρνε χρήματα του θεού, ο θεός αποκρίθηκε ότι αυτός θα φρόντιζε.
[6.4.31] Τούτος λοιπόν ο άνθρωπος, ο τόσο σπουδαίος, με τόσα και τέτοια σχέδια στον νου του, έκανε κάποτε επιθεώρηση κι εξέταση του ιππικού των Φεραίων· ύστερα κάθισε κι έδινε απόκριση σ᾽ όποιον πλησίαζε να του ζητήσει κάτι. Τότε εφτά νεαροί, παριστάνοντας πως τάχα έχουν κάποια διαφορά αναμεταξύ τους, πήγαν σιμά του και τον έσφαξαν με άγριο τρόπο. [6.4.32] Οι σωματοφύλακες που βρέθηκαν εκεί όρμησαν να τον σώσουν· κάποιος από τους νεαρούς χτυπήθηκε με λόγχη, την ώρα που χτυπούσε ο ίδιος τον Ιάσονα, και σκοτώθηκε· ένας άλλος πιάστηκε καθώς καβαλούσε το άλογο, και πέθανε από τις πολλές πληγές· οι υπόλοιποι όμως πήδηξαν στ᾽ άλογα που περίμεναν έτοιμα και ξέφυγαν — κι όπου πήγαν στην Ελλάδα, οι περισσότερες πόλεις τούς δέχτηκαν με τιμές. Τούτο έδειξε πόσο πολύ είχαν φοβηθεί οι Έλληνες μήπως ο Ιάσων εξελιχθεί σε τύραννο.
[370-358 π.Χ.]
[6.4.33] Μετά τον θάνατό του έγιναν ηγεμόνες οι αδελφοί του Πολύδωρος και Πολύφρων. Καθώς πορεύονταν ωστόσο οι δυο τους προς τη Λάρισα, μια νύχτα ο Πολύδωρος δολοφονήθηκε στον ύπνο του από τον αδελφό του Πολύφρονα· αυτή τουλάχιστον η εντύπωση δημιουργήθηκε, γιατί ο θάνατός του στάθηκε ξαφνικός και χωρίς φανερή αιτία. [6.4.34] Ο Πολύφρων πάλι κυβέρνησε επί έναν χρόνο, δίνοντας όμως στην ηγεμονία του χαρακτήρα τυραννίας: γιατί και στα Φάρσαλα σκότωσε τον Πολυδάμαντα κι άλλους οχτώ από τους σπουδαιότερους πολίτες, κι από τη Λάρισα εξόρισε πολλούς. [6.4.35] Ενώ όμως τα ᾽κανε αυτά τον σκότωσε ο Αλέξανδρος, που παρουσιάστηκε σαν εκδικητής του Πολυδώρου και καταλυτής της τυραννίας. Όταν ωστόσο πήρε τούτος την εξουσία, φάνηκε σκληρός ηγεμόνας για τους Θεσσαλούς, σκληρός εχθρός για τους Θηβαίους και τους Αθηναίους, κι αδίσταχτος ληστοπειρατής στη στεριά και στη θάλασσα. Τέτοιος καθώς ήταν, σκοτώθηκε κι εκείνος από το χέρι των αδελφών της γυναίκας του, αλλά με υποκίνηση της ίδιας. [6.4.36] Πραγματικά, αυτή τους ειδοποίησε ότι ο Αλέξανδρος επιβουλευόταν τη ζωή τους, και τους έκρυψε μέσα στο σπίτι ολόκληρη μέρα· κι όταν γύρισε ο Αλέξανδρος μεθυσμένος, τον έβαλε να κοιμηθεί κι αφήνοντας το λυχνάρι πήρε το σπαθί του έξω από το δωμάτιο. Βλέποντας τ᾽ αδέλφια της να διστάζουν να μπουν, τους είπε ότι αν δεν ενεργούσαν αμέσως θα τον ξυπνούσε. Μόλις μπήκαν, έκλεισε την πόρτα και κρατούσε τον σύρτη ώσπου να ξεψυχήσει ο άνδρας της. [6.4.37] Μερικοί λένε πως τον είχε μισήσει επειδή, κάποτε που ο Αλέξανδρος είχε φυλακίσει τον ερωμένο του —ένα όμορφο παλικάρι— κι αυτή τον παρακάλεσε να τον ελευθερώσει, εκείνος τον έβγαλε και τον έσφαξε. Άλλοι λένε πως αιτία του μίσους της στάθηκε το ότι εκείνος, επειδή αυτή δεν του ᾽κανε παιδιά, είχε στείλει στη Θήβα να ζητήσει σε γάμο τη χήρα του Ιάσονος.
Τέτοιες είν᾽ οι φήμες σχετικά με τα αίτια που έσπρωξαν τη γυναίκα του να επιβουλευθεί τη ζωή του. Όσο για κείνους που έκαναν τον φόνο, ο Τισίφονος —ο μεγαλύτερος από τους αδελφούς— διατηρούσε την εξουσία ώς τον καιρό που γραφόταν τούτη η Ιστορία.
[370 π.Χ.]