Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Ἑλληνικά (1.3.1-1.3.22)

[1.3.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιόντος ἔτους ὁ ἐν Φωκαίᾳ νεὼς τῆς Ἀθηνᾶς ἐνεπρήσθη πρηστῆρος ἐμπεσόντος. ἐπεὶ δ᾽ ὁ χειμὼν ἔληγε, [Παντακλέους μὲν ἐφορεύοντος, ἄρχοντος δ᾽ Ἀντιγένους, ἔαρος ἀρχομένου, δυοῖν καὶ εἴκοσιν ἐτῶν τῷ πολέμῳ παρεληλυθότων,] οἱ Ἀθηναῖοι ἔπλευσαν εἰς Προκόννησον παντὶ τῷ στρατοπέδῳ. [1.3.2] ἐκεῖθεν δ᾽ ἐπὶ Καλχηδόνα καὶ Βυζάντιον ὁρμήσαντες ἐστρατοπεδεύσαντο πρὸς Καλχηδόνι. οἱ δὲ Καλχηδόνιοι προσιόντας αἰσθόμενοι τοὺς Ἀθηναίους, τὴν λείαν ἅπασαν κατέθεντο εἰς τοὺς Βιθυνοὺς Θρᾷκας, ἀστυγείτονας ὄντας. [1.3.3] Ἀλκιβιάδης δὲ λαβὼν τῶν τε ὁπλιτῶν ὀλίγους καὶ τοὺς ἱππέας, καὶ τὰς ναῦς παραπλεῖν κελεύσας, ἐλθὼν εἰς τοὺς Βιθυνοὺς ἀπῄτει τὰ τῶν Καλχηδονίων χρήματα· εἰ δὲ μή, πολεμήσειν ἔφη αὐτοῖς. οἱ δὲ ἀπέδοσαν. [1.3.4] Ἀλκιβιάδης δ᾽ ἐπεὶ ἧκεν εἰς τὸ στρατόπεδον τήν τε λείαν ἔχων καὶ πίστεις πεποιημένος, ἀπετείχιζε τὴν Καλχηδόνα παντὶ τῷ στρατοπέδῳ ἀπὸ θαλάττης εἰς θάλατταν καὶ τοῦ ποταμοῦ ὅσον οἷόν τ᾽ ἦν ξυλίνῳ τείχει. [1.3.5] ἐνταῦθα Ἱπποκράτης μὲν ὁ Λακεδαιμόνιος ἁρμοστὴς ἐκ τῆς πόλεως ἐξήγαγε τοὺς στρατιώτας, ὡς μαχούμενος· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ἀντιπαρετάξαντο αὐτῷ, Φαρνάβαζος δὲ ἔξωθεν τῶν περιτειχισμάτων ἐβοήθει στρατιᾷ τε καὶ ἵπποις πολλοῖς. [1.3.6] Ἱπποκράτης μὲν οὖν καὶ Θράσυλλος ἐμάχοντο ἑκάτερος τοῖς ὁπλίταις χρόνον πολύν, μέχρι Ἀλκιβιάδης ἔχων ὁπλίτας τέ τινας καὶ τοὺς ἱππέας ἐβοήθησε. καὶ Ἱπποκράτης μὲν ἀπέθανεν, οἱ δὲ μετ᾽ αὐτοῦ ὄντες ἔφυγον εἰς τὴν πόλιν. [1.3.7] ἅμα δὲ καὶ Φαρνάβαζος, οὐ δυνάμενος συμμεῖξαι πρὸς τὸν Ἱπποκράτην διὰ τὴν στενοπορίαν, τοῦ ποταμοῦ καὶ τῶν ἀποτειχισμάτων ἐγγὺς ὄντων, ἀπεχώρησεν εἰς τὸ Ἡράκλειον τὸ τῶν Καλχηδονίων, οὗ ἦν αὐτῷ τὸ στρατόπεδον. [1.3.8] ἐκ τούτου δὲ Ἀλκιβιάδης μὲν ᾤχετο εἰς τὸν Ἑλλήσποντον καὶ εἰς Χερρόνησον χρήματα πράξων· οἱ δὲ λοιποὶ στρατηγοὶ συνεχώρησαν πρὸς Φαρνάβαζον ὑπὲρ Καλχηδόνος εἴκοσι τάλαντα δοῦναι Ἀθηναίοις Φαρνάβαζον καὶ ὡς βασιλέα πρέσβεις Ἀθηναίων ἀναγαγεῖν, [1.3.9] καὶ ὅρκους ἔδοσαν καὶ ἔλαβον παρὰ Φαρναβάζου ὑποτελεῖν τὸν φόρον Καλχηδονίους Ἀθηναίοις ὅσονπερ εἰώθεσαν καὶ τὰ ὀφειλόμενα χρήματα ἀποδοῦναι, Ἀθηναίους δὲ μὴ πολεμεῖν Καλχηδονίοις, ἕως ἂν οἱ παρὰ βασιλέως πρέσβεις ἔλθωσιν. [1.3.10] Ἀλκιβιάδης δὲ τοῖς ὅρκοις οὐκ ἐτύγχανε παρών, ἀλλὰ περὶ Σηλυμβρίαν ἦν· ἐκείνην δ᾽ ἑλὼν πρὸς τὸ Βυζάντιον ἧκεν, ἔχων Χερρονησίτας τε πανδημεὶ καὶ ἀπὸ Θρᾴκης στρατιώτας καὶ ἱππέας πλείους τριακοσίων. [1.3.11] Φαρνάβαζος δὲ ἀξιῶν δεῖν κἀκεῖνον ὀμνύναι, περιέμενεν ἐν Καλχηδόνι, μέχρι ἔλθοι ἐκ τοῦ Βυζαντίου· ἐπειδὴ δὲ ἧκεν, οὐκ ἔφη ὀμεῖσθαι, εἰ μὴ κἀκεῖνος αὐτῷ ὀμεῖται. [1.3.12] μετὰ ταῦτα ὤμοσεν ὁ μὲν ἐν Χρυσοπόλει οἷς Φαρνάβαζος ἔπεμψε Μιτροβάτει καὶ Ἀρνάπει, ὁ δ᾽ ἐν Καλχηδόνι τοῖς παρ᾽ Ἀλκιβιάδου Εὐρυπτολέμῳ καὶ Διοτίμῳ τόν τε κοινὸν ὅρκον καὶ ἰδίᾳ ἀλλήλοις πίστεις ἐποιήσαντο. [1.3.13] Φαρνάβαζος μὲν οὖν εὐθὺς ἀπῄει, καὶ τοὺς παρὰ βασιλέα πορευομένους πρέσβεις ἀπαντᾶν ἐκέλευσεν εἰς Κύζικον. ἐπέμφθησαν δὲ Ἀθηναίων μὲν Δωρόθεος, Φιλοκύδης, Θεογένης, Εὐρυπτόλεμος, Μαντίθεος, σὺν δὲ τούτοις Ἀργεῖοι Κλεόστρατος, Πυρρόλοχος· ἐπορεύοντο δὲ καὶ Λακεδαιμονίων πρέσβεις Πασιππίδας καὶ ἕτεροι, μετὰ δὲ τούτων καὶ Ἑρμοκράτης, ἤδη φεύγων ἐκ Συρακουσῶν, καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Πρόξενος. [1.3.14] καὶ Φαρνάβαζος μὲν τούτους ἦγεν· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τὸ Βυζάντιον ἐπολιόρκουν περιτειχίσαντες, καὶ πρὸς τὸ τεῖχος ἀκροβολισμοὺς καὶ προσβολὰς ἐποιοῦντο. [1.3.15] ἐν δὲ τῷ Βυζαντίῳ ἦν Κλέαρχος Λακεδαιμόνιος ἁρμοστὴς καὶ σὺν αὐτῷ τῶν περιοίκων τινὲς καὶ τῶν νεοδαμώδων οὐ πολλοὶ καὶ Μεγαρεῖς καὶ ἄρχων αὐτῶν Ἕλιξος Μεγαρεὺς καὶ Βοιωτοὶ καὶ τούτων ἄρχων Κοιρατάδας. [1.3.16] οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι ὡς οὐδὲν ἐδύναντο διαπράξασθαι κατ᾽ ἰσχύν, ἔπεισάν τινας τῶν Βυζαντίων προδοῦναι τὴν πόλιν. [1.3.17] Κλέαρχος δὲ ὁ ἁρμοστὴς οἰόμενος οὐδένα ἂν τοῦτο ποιῆσαι, καταστήσας δὲ ἅπαντα ὡς ἐδύνατο κάλλιστα καὶ ἐπιτρέψας τὰ ἐν τῇ πόλει Κοιρατάδᾳ καὶ Ἑλίξῳ, διέβη παρὰ τὸν Φαρνάβαζον εἰς τὸ πέραν, μισθόν τε τοῖς στρατιώταις παρ᾽ αὐτοῦ ληψόμενος καὶ ναῦς συλλέξων, αἳ ἦσαν ἐν τῷ Ἑλλησπόντῳ ἄλλαι καταλελειμμέναι φρουρίδες ὑπὸ Πασιππίδου καὶ ἐν Ἀντάνδρῳ καὶ ἃς Ἀγησανδρίδας εἶχεν ἐπὶ Θρᾴκης, ἐπιβάτης ὢν Μινδάρου, καὶ ὅπως ἄλλαι ναυπηγηθείησαν, ἁθρόαι δὲ γενόμεναι πᾶσαι κακῶς τοὺς συμμάχους τῶν Ἀθηναίων ποιοῦσαι ἀποσπάσειαν τὸ στρατόπεδον ἀπὸ τοῦ Βυζαντίου. [1.3.18] ἐπεὶ δ᾽ ἐξέπλευσεν ὁ Κλέαρχος, οἱ προδιδόντες τὴν πόλιν τῶν Βυζαντίων, Κύδων καὶ Ἀρίστων καὶ Ἀναξικράτης καὶ Λυκοῦργος καὶ Ἀναξίλαος [1.3.19] (ὃς ἐπαγόμενος θανάτου ὕστερον ἐν Λακεδαίμονι διὰ τὴν προδοσίαν ἀπέφυγεν, ἀπολογούμενος ὅτι οὐ προδιδοίη τὴν πόλιν, ἀλλὰ σώσαι, παῖδας ὁρῶν καὶ γυναῖκας λιμῷ ἀπολλυμένους, Βυζάντιος ὢν καὶ οὐ Λακεδαιμόνιος· τὸν γὰρ ἐνόντα σῖτον Κλέαρχον τοῖς Λακεδαιμονίων στρατιώταις διδόναι· διὰ ταῦτ᾽ οὖν τοὺς πολεμίους ἔφη εἰσέσθαι, οὐκ ἀργυρίου ἕνεκα οὐδὲ διὰ τὸ μισεῖν Λακεδαιμονίους)· [1.3.20] ἐπεὶ δὲ αὐτοῖς παρεσκεύαστο, νυκτὸς ἀνοίξαντες τὰς πύλας τὰς ἐπὶ τὸ Θρᾴκιον καλουμένας εἰσήγαγον τὸ στράτευμα καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην. [1.3.21] ὁ δὲ Ἕλιξος καὶ ὁ Κοιρατάδας οὐδὲν τούτων εἰδότες ἐβοήθουν μετὰ πάντων εἰς τὴν ἀγοράν· ἐπεὶ δὲ πάντῃ οἱ πολέμιοι κατεῖχον, οὐδὲν ἔχοντες ὅ τι ποιήσαιεν, παρέδοσαν σφᾶς αὐτούς. [1.3.22] καὶ οὗτοι μὲν ἀπεπέμφθησαν εἰς Ἀθήνας, καὶ ὁ Κοιρατάδας ἐν τῷ ὄχλῳ ἀποβαινόντων ἐν Πειραιεῖ ἔλαθεν ἀποδρὰς καὶ ἀπεσώθη εἰς Δεκέλειαν.

[408 π.Χ.]
[1.3.1] Τον επόμενο χρόνο κάηκε από αστροπελέκι ο ναός της Αθηνάς στη Φώκαια.
Κατά το τέλος του χειμώνα [όταν ήταν έφορος ο Παντακλής και άρχων ο Αντιγένης, με την αρχή της άνοιξης, καθώς συμπληρώνονταν είκοσι δύο χρόνια πολέμου] ολόκληρη η δύναμη των Αθηναίων έβαλε πλώρη για την Προκόννησο. [1.3.2] Από κει τράβηξαν για την Καλχηδόνα και το Βυζάντιο κι έστησαν στρατόπεδο κοντά στην Καλχηδόνα. Μαθαίνοντας ότι πλησίαζαν οι Αθηναίοι, οι Καλχηδόνιοι εμπιστεύτηκαν τις κινητές τους περιουσίες στους γείτονές τους, τους Θράκες της Βιθυνίας, να τους τις φυλάξουν. [1.3.3] Ο Αλκιβιάδης όμως ξεκίνησε με λιγοστούς οπλίτες και το ιππικό, πρόσταξε και τον στόλο ν᾽ ακολουθήσει γιαλό γιαλό και πήγε να ζητήσει από τους Βιθυνούς τις περιουσίες των Καλχηδονίων, απειλώντας ότι αν δεν του τις δώσουν θα κηρύξει πόλεμο· τότε εκείνοι του τις έδωσαν. [1.3.4] Ο Αλκιβιάδης πήρε τη λεία, έκανε μαζί τους συνθήκη κι έφυγε. Κατόπιν απέκλεισε την Καλχηδόνα μ᾽ όλο του το στράτευμα, κατασκευάζοντας ξύλινο τείχος από τη μια θάλασσα στην άλλη και, όσο γινόταν, κοντά στον ποταμό. [1.3.5] Ο Ιπποκράτης, ο Λακεδαιμόνιος αρμοστής, έβγαλε τον στρατό του από την πόλη να δώσει μάχη. Οι Αθηναίοι παρατάχτηκαν αντίκρυ του, ενώ ο Φαρνάβαζος, έξω από το τείχος, ερχόταν να τον βοηθήσει με πολύ στρατό και ιππικό. [1.3.6] Η μάχη ανάμεσα στους οπλίτες του Ιπποκράτη και του Θρασύλλου κράτησε πολύ, ώσπου ήρθε σ᾽ ενίσχυση ο Αλκιβιάδης με μερικούς οπλίτες και ιππικό· τότε σκοτώθηκε ο Ιπποκράτης κι οι άνδρες του υποχώρησαν άτακτα προς την πόλη. [1.3.7] Στο μεταξύ ο Φαρνάβαζος, μην κατορθώνοντας να ενωθεί με τον Ιπποκράτη —τόσο στενό ήταν το πέρασμα ανάμεσα στο ποτάμι και το τείχος— γύρισε πίσω στο Ηράκλειο των Καλχηδονίων, όπου είχε το στρατόπεδό του.
[1.3.8] Έπειτα ο Αλκιβιάδης έφυγε για τον Ελλήσποντο και τη Χερσόνησο, να συγκεντρώσει χρήματα. Οι υπόλοιποι στρατηγοί συμφώνησαν τότε με τον Φαρνάβαζο να δώσει στους Αθηναίους είκοσι τάλαντα για να κάνουν ανακωχή με την Καλχηδόνα, και να οδηγήσει πρέσβεις των Αθηναίων στον Βασιλέα. [1.3.9] Συμφώνησαν ακόμα, ανταλλάσσοντας τους όρκους, να πληρώσουν οι Καλχηδόνιοι στους Αθηναίους τον συνηθισμένο φόρο καθώς και τις καθυστερούμενες δόσεις τους· οι Αθηναίοι πάλι ανέλαβαν την υποχρέωση να σεβαστούν την ανακωχή, ώσπου να γυρίσουν οι πρέσβεις τους από τον Βασιλέα. [1.3.10] Επειδή όμως ο Αλκιβιάδης έλειπε όταν δόθηκαν οι όρκοι (βρισκόταν κοντά στη Σηλυμβρία και μετά την κατάληψή της προχωρούσε προς το Βυζάντιο έχοντας μαζί του τους Χερσονησιώτες και περισσότερους από τριακόσιους Θράκες, πεζούς και ιππείς), [1.3.11] ο Φαρνάβαζος, που ήθελε να ορκιστεί κι εκείνος, τον περίμενε στην Καλχηδόνα έως ότου επιστρέψει από το Βυζάντιο. Ο Αλκιβιάδης πάλι δήλωσε, όταν γύρισε, ότι δεν δέχεται να ορκιστεί αν δεν του ορκιστεί και ο Φαρνάβαζος. [1.3.12] Τέλος ορκίστηκαν κι οι δύο· ο Αλκιβιάδης στη Χρυσόπολη μπροστά στους απεσταλμένους του Φαρναβάζου, τον Μιτροβάτη και τον Αρνάπη, κι ο Φαρνάβαζος στην Καλχηδόνα, μπροστά στους απεσταλμένους του Αλκιβιάδη, τον Ευρυπτόλεμο και τον Διότιμο· και χώρια από την επίσημη συμφωνία αντάλλαξαν και προσωπικές υποσχέσεις.
[1.3.13] Αμέσως μετά έφυγε ο Φαρνάβαζος, παραγγέλνοντας να τον συναντήσουν στην Κύζικο οι πρέσβεις που θα στέλνονταν στον Βασιλέα. Οι Αθηναίοι έστειλαν τον Δωρόθεο, τον Φιλοκύδη, τον Θεογένη, τον Ευρυπτόλεμο και τον Μαντίθεο· μαζί τους πήγαν κι οι Αργείοι Κλεόστρατος και Πυρρόλοχος. Παράλληλα ξεκίνησαν κι οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ο Πασιππίδας κι άλλοι, και μαζί τους ο Ερμοκράτης —εξόριστος πια από τις Συρακούσες— κι ο αδελφός του Πρόξενος. [1.3.14] Ο Φαρνάβαζος τους συνόδευε όλους.
Στο μεταξύ, οι Αθηναίοι πολιορκούσαν το Βυζάντιο· το ᾽χαν περιφράξει ολόγυρα, χτυπούσαν τα τείχη του από μακριά κι έκαναν κι εφόδους. [1.3.15] Μέσα στο Βυζάντιο ήταν ο Λακεδαιμόνιος αρμοστής Κλέαρχος, με μερικούς περιοίκους και λιγοστούς νεοδαμώδεις· ήταν ακόμη και Μεγαρείς με τον άρχοντά τους Έλιξο, και Βοιωτοί με άρχοντα τον Κοιρατάδα. [1.3.16] Οι Αθηναίοι, βλέποντας ότι τίποτα δεν κατόρθωναν με τη βία, έπεισαν μερικούς Βυζαντινούς να προδώσουν την πόλη. [1.3.17] Ο αρμοστής Κλέαρχος, που δεν φανταζόταν ότι θα βρισκόταν κάποιος να κάνει τέτοιο πράγμα, οργάνωσε την άμυνα όσο μπορούσε καλύτερα κι αφήνοντας την πόλη στα χέρια του Ελίξου και του Κοιρατάδα πέρασε στην αντικρινή όχθη για να συναντήσει τον Φαρνάβαζο. Σκοπός του ήταν να πάρει απ᾽ αυτόν μισθό για τους στρατιώτες, να συγκεντρώσει πλοία —αυτά που ο Πασιππίδας είχε αφήσει να περιπολούν εδώ κι εκεί στον Ελλήσποντο, εκείνα που βρίσκονταν στην Άντανδρο κι όσα είχε στη Θράκη ο Αγησανδρίδας, υπαρχηγός του Μινδάρου— και να ναυπηγήσει κι άλλα· κατόπιν θα χτυπούσε μ᾽ όλα μαζί τους συμμάχους των Αθηναίων, για να λυθεί η πολιορκία του Βυζαντίου.
[1.3.18] Μόλις έφυγε ο Κλέαρχος, ωστόσο, οι συνωμότες που είχαν αποφασίσει να προδώσουν την πόλη —ο Κύδων, ο Αρίστων, ο Αναξικράτης, ο Λυκούργος κι ο Αναξίλαος— [1.3.20] ετοιμάστηκαν και μια νύχτα, ανοίγοντας την πύλη τη λεγόμενη «επί το Θράκιον», έβαλαν μέσα τον στρατό και τον Αλκιβιάδη. [1.3.19] (Αργότερα ο Αναξίλαος δικάστηκε στη Σπάρτη για την προδοσία και κινδύνεψε η ζωή του, αλλ᾽ αθωώθηκε όταν εξήγησε, στην απολογία του, ότι όχι μόνο δεν είχε προδώσει την πόλη, παρά την είχε σώσει: Βυζαντινός ο ίδιος κι όχι Λακεδαιμόνιος, έβλεπε τα γυναικόπαιδα να πεθαίνουν της πείνας, ενώ ο Κλέαρχος μοίραζε στους Λακεδαιμονίους στρατιώτες όσο στάρι υπήρχε στην πόλη. Νά γιατί είχε φέρει μέσα τους εχθρούς — όχι για κέρδος, ούτε από μίσος για τους Λακεδαιμόνιους.)
[1.3.21] Ο Έλιξος κι ο Κοιρατάδας, που τίποτα δεν ήξεραν, έτρεξαν μ᾽ όλο τον στρατό τους στην Αγορά· αλλά καθώς ο εχθρός επικρατούσε παντού, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα και παραδόθηκαν. [1.3.22] Τους έστειλαν στην Αθήνα, την ώρα όμως που τους αποβίβαζαν στον Πειραιά ο Κοιρατάδας ξεγλίστρησε απαρατήρητος μέσα στο πλήθος και σώθηκε φτάνοντας στη Δεκέλεια.