Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (2.172.1-2.176.2)

[2.172.1] Ἀπρίεω δὲ [ὧδε] καταραιρημένου ἐβασίλευσε Ἄμασις, νομοῦ μὲν Σαΐτεω ἐών, ἐκ τῆς δὲ ἦν πόλιος, οὔνομά οἵ ἐστι Σιούφ. [2.172.2] τὰ μὲν δὴ πρῶτα κατώνοντο τὸν Ἄμασιν Αἰγύπτιοι καὶ ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ μεγάλῃ ἦγον, ἅτε δὴ δημότην τὸ πρὶν ἐόντα καὶ οἰκίης οὐκ ἐπιφανέος· μετὰ δὲ σοφίῃ αὐτοὺς ὁ Ἄμασις, οὐκ ἀγνωμοσύνῃ, προσηγάγετο. [2.172.3] ἦν οἱ ἄλλα τε ἀγαθὰ μυρία, ἐν δὲ καὶ ποδανιπτὴρ χρύσεος, ἐν τῷ αὐτός τε ὁ Ἄμασις καὶ οἱ δαιτυμόνες οἱ πάντες τοὺς πόδας ἑκάστοτε ἐναπενίζοντο· τοῦτον κατ᾽ ὦν κόψας ἄγαλμα δαίμονος ἐξ αὐτοῦ ἐποιήσατο καὶ ἵδρυσε τῆς πόλιος ὅκου ἦν ἐπιτηδεότατον· οἱ δὲ Αἰγύπτιοι φοιτῶντες πρὸς τὤγαλμα ἐσέβοντο μεγάλως· [2.172.4] μαθὼν δὲ ὁ Ἄμασις τὸ ἐκ τῶν ἀστῶν ποιεύμενον, συγκαλέσας Αἰγυπτίους ἐξέφηνε φὰς ἐκ τοῦ ποδανιπτῆρος τὤγαλμα γεγονέναι, ἐς τὸν πρότερον μὲν τοὺς Αἰγυπτίους ἐνεμέειν τε καὶ ἐνουρέειν καὶ πόδας ἐναπονίζεσθαι, τότε δὲ μεγάλως σέβεσθαι. [2.172.5] ἤδη ὦν ἔφη λέγων ὁμοίως αὐτὸς τῷ ποδανιπτῆρι πεπρηγέναι· εἰ γὰρ πρότερον εἶναι δημότης, ἀλλ᾽ ἐν τῷ παρεόντι εἶναι αὐτῶν βασιλεύς· καὶ τιμᾶν τε καὶ προμηθέεσθαι ἑωυτὸν ἐκέλευε. τοιούτῳ μὲν τρόπῳ προσηγάγετο τοὺς Αἰγυπτίους ὥστε δικαιοῦν δουλεύειν. [2.173.1] ἐχρᾶτο δὲ καταστάσι πρηγμάτων τοιῇδε· τὸ μὲν ὄρθριον μέχρι ὅτευ πληθώρης ἀγορῆς προθύμως ἔπρησσε τὰ προσφερόμενα πρήγματα, τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἔπινέ τε καὶ κατέσκωπτε τοὺς συμπότας καὶ ἦν μάταιός τε καὶ παιγνιήμων. [2.173.2] ἀχθεσθέντες δὲ τούτοισι οἱ φίλοι αὐτοῦ ἐνουθέτεον αὐτὸν τοιάδε λέγοντες· Ὦ βασιλεῦ, οὐκ ὀρθῶς σεωυτοῦ προέστηκας ἐς τὸ ἄγαν φαῦλον προάγων σεωυτόν· σὲ γὰρ ἐχρῆν ἐν θρόνῳ σεμνῷ σεμνὸν θωκέοντα δι᾽ ἡμέρης πρήσσειν τὰ πρήγματα, καὶ οὕτω Αἰγύπτιοί τ᾽ ἂν ἠπιστέατο ὡς ὑπ᾽ ἀνδρὸς μεγάλου ἄρχονται καὶ σὺ ἄμεινον ἤκουες· νῦν δὲ ποιέεις οὐδαμῶς βασιλικά. [2.173.3] ὁ δ᾽ ἀμείβετο τοισίδε αὐτούς· τὰ τόξα οἱ ἐκτημένοι, ἐπεὰν μὲν δέωνται χρᾶσθαι, ἐντανύουσι, ἐπεὰν δὲ χρήσωνται, ἐκλύουσι. εἰ γὰρ δὴ τὸν πάντα χρόνον ἐντεταμένα εἴη, ἐκραγείη ἄν, ὥστε ἐς τὸ δέον οὐκ ἂν ἔχοιεν αὐτοῖσι χρᾶσθαι. [2.173.4] οὕτω δὴ καὶ ἀνθρώπου κατάστασις· εἰ ἐθέλοι κατεσπουδάσθαι αἰεὶ μηδὲ ἐς παιγνίην τὸ μέρος ἑωυτὸν ἀνιέναι, λάθοι ἂν ἤτοι μανεὶς ἢ ὅ γε ἀπόπληκτος γενόμενος. τὰ ἐγὼ ἐπιστάμενος μέρος ἑκατέρῳ νέμω. ταῦτα μὲν τοὺς φίλους ἀμείψατο. [2.174.1] λέγεται δὲ ὁ Ἄμασις, καὶ ὅτε ἦν ἰδιώτης, ὡς φιλοπότης ἦν καὶ φιλοσκώμμων καὶ οὐδαμῶς κατεσπουδασμένος ἀνήρ. ὅκως δέ μιν ἐπιλίποι πίνοντά τε καὶ εὐπαθέοντα τὰ ἐπιτήδεα, κλέπτεσκε ἂν περιιών. οἱ δ᾽ ἄν μιν φάμενοι ἔχειν τὰ σφέτερα χρήματα ἀρνεύμενον ἄγεσκον ἐπὶ μαντήιον, ὅκου ἑκάστοισι εἴη. πολλὰ μὲν δὴ καὶ ἡλίσκετο ὑπὸ τῶν μαντηίων, πολλὰ δὲ καὶ ἀπέφευγε. [2.174.2] ἐπείτε δὲ καὶ ἐβασίλευσε, ἐποίεε τοιάδε. ὅσοι μὲν αὐτὸν τῶν θεῶν ἀπέλυσαν μὴ φῶρα εἶναι, τούτων μὲν τῶν ἱρῶν οὔτε ἐπεμέλετο οὔτε ἐς ἐπισκευὴν ἐδίδου οὐδέν, οὐδὲ φοιτῶν ἔθυε ὡς οὐδενὸς ἐοῦσι ἀξίοισι ψευδέα τε μαντήια ἐκτημένοισι· ὅσοι δέ μιν κατέδησαν φῶρα εἶναι, τούτων δὲ ὡς ἀληθέως θεῶν ἐόντων καὶ ἀψευδέα μαντήια παρεχομένων τὰ μάλιστα ἐπεμέλετο. [2.175.1] καὶ τοῦτο μὲν ἐν Σάϊ τῇ Ἀθηναίῃ προπύλαια θωμάσια οἷα ἐξεποίησε, πολλὸν πάντας ὑπερβαλόμενος τῷ τε ὕψεϊ καὶ τῷ μεγάθεϊ, ὅσων τε τὸ μέγαθος λίθων ἐστὶ καὶ ὁκοίων τέων· τοῦτο δὲ κολοσσοὺς μεγάλους καὶ ἀνδρόσφιγγας περιμήκεας ἀνέθηκε, λίθους τε ἄλλους ἐς ἐπισκευὴν ὑπερφυέας τὸ μέγαθος ἐκόμισε. [2.175.2] ἠγάγετο δὲ τούτων τοὺς μὲν ἐκ τῶν κατὰ Μέμφιν ἐουσέων λιθοτομιέων, τοὺς δὲ ὑπερμεγάθεας ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος πλόον καὶ εἴκοσι ἡμερέων ἀπεχούσης ἀπὸ Σάϊος. [2.175.3] τὸ δὲ οὐκ ἥκιστα αὐτῶν ἀλλὰ μάλιστα θωμάζω, ἐστι τόδε· οἴκημα μουνόλιθον ἐκόμισε ἐξ Ἐλεφαντίνης πόλιος, καὶ τοῦτο ἐκόμιζε μὲν ἐπ᾽ ἔτεα τρία, δισχίλιοι δέ οἱ προσετετάχατο ἄνδρες ἀγωγέες, καὶ οὗτοι ἅπαντες ἦσαν κυβερνῆται. τῆς δὲ στέγης ταύτης τὸ μὲν μῆκος ἔξωθέν ἐστι εἷς τε καὶ εἴκοσι πήχεες, εὖρος δὲ τεσσερεσκαίδεκα, ὕψος δὲ ὀκτώ. [2.175.4] ταῦτα μὲν τὰ μέτρα ἔξωθεν τῆς στέγης τῆς μουνολίθου ἐστί, ἀτὰρ ἔσωθεν τὸ ‹μὲν› μῆκος ὀκτωκαίδεκα πήχεων καὶ πυγόνος, ‹τὸ δὲ εὖρος δυώδεκα πήχεων›, τὸ δὲ ὕψος πέντε πήχεών ἐστι. αὕτη τοῦ ἱροῦ κεῖται παρὰ τὴν ἔσοδον. [2.175.5] ἔσω γάρ μιν ἐς τὸ ἱρόν φασι τῶνδε εἵνεκα οὐκ ἐσελκύσαι· τὸν ἀρχιτέκτονα αὐτῆς ἑλκομένης τῆς στέγης ἀναστενάξαι οἷά τε χρόνου ἐγγεγονότος πολλοῦ καὶ ἀχθόμενον τῷ ἔργῳ, τὸν δὲ Ἄμασιν ἐνθυμητὸν ποιησάμενον οὐκ ἐᾶν ἔτι προσωτέρω ἑλκύσαι. ἤδη δέ τινες λέγουσι ὡς ἄνθρωπος διεφθάρη ὑπ᾽ αὐτῇ τῶν τις αὐτὴν μοχλευόντων, καὶ ἀπὸ τούτου οὐκ ἐσελκυσθῆναι. [2.176.1] ἀνέθηκε δὲ καὶ ἐν τοῖσι ἄλλοισι ἱροῖσι ὁ Ἄμασις πᾶσι τοῖσι ἐλλογίμοισι ἔργα τὸ μέγαθος ἀξιοθέητα, ἐν δὲ καὶ ἐν Μέμφι τὸν ὕπτιον κείμενον κολοσσὸν τοῦ Ἡφαιστείου ἔμπροσθε, τοῦ πόδες πέντε καὶ ἑβδομήκοντά εἰσι τὸ μῆκος. ἐπὶ δὲ τῷ αὐτῷ βάθρῳ ἑστᾶσι Αἰθιοπικοῦ ἐόντες λίθου δύο κολοσσοί, εἴκοσι ποδῶν τὸ μέγαθος ἐὼν ἑκάτερος, ὁ μὲν ἔνθεν, ὁ δ᾽ ἔνθεν τοῦ μεγάλου. [2.176.2] ἔστι δὲ λίθινος ἕτερος τοσοῦτος καὶ ἐν Σάϊ, κείμενος κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τῷ ἐν Μέμφι. τῇ Ἴσι τε τὸ ἐν Μέμφι ἱρὸν Ἄμασίς ἐστι ὁ ἐξοικοδομήσας, ἐὸν μέγα τε καὶ ἀξιοθεητότατον.

[2.172.1] Έτσι λοιπόν καθαιρέθηκε ο Απρίης και έγινε βασιλιάς ο Άμασις που ήταν από τον Σαΐτη νομό και από την πόλη που τ᾽ όνομά της είναι Σιούφ. [2.172.2] Στην αρχή ωστόσο οι Αιγύπτιοι τον περιφρονούσαν τον Άμαση και δεν τον είχαν σε καθόλου μεγάλη υπόληψη, δεδομένου ότι πριν ήταν άνθρωπος του λαού και δεν ανήκε σε επιφανή οικογένεια· ύστερα όμως ο Άμασις τους πήρε με το μέρος του χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα και όχι την ισχυρογνωμοσύνη. [2.172.3] Είχε δηλαδή ο Άμασις και μύρια άλλα αγαθά, είχε κι έναν χρυσό ποδονιπτήρα όπου και ο ίδιος και όλοι οι καλεσμένοι του έπλεναν κάθε φορά τα πόδια τους· τον ποδονιπτήρα αυτόν ο Άμασις τον κομμάτιασε και τον έφτιαξε άγαλμα θεού που το έστησε στο πιο κατάλληλο σημείο της πόλης· και οι Αιγύπτιοι συνάζονταν κοντά στο άγαλμα και του έδειχναν μεγάλον σεβασμό· [2.172.4] έμαθε λοιπόν ο Άμασις αυτά που έκαναν οι πολίτες, συγκέντρωσε τους Αιγυπτίους και τους φανέρωσε και τους είπε ότι το άγαλμα ήταν καμωμένο από τον ποδονιπτήρα, αυτόν όπου προηγουμένως οι Αιγύπτιοι έκαναν εμετό, ουρούσαν και έπλεναν τα πόδια τους, και τώρα τον σέβονταν τόσο πολύ. [2.172.5] Το ίδιο λοιπόν που έγινε με τον ποδονιπτήρα, τους είπε ο Άμασις, είχε γίνει και με αυτόν: αν προηγουμένως ήταν άνθρωπος του λαού, τώρα όμως ήταν πια βασιλιάς τους, και τους συμβούλευε να τον τιμούν και να τον σέβονται. Μ᾽ αυτόν λοιπόν τον τρόπο ο Άμασις έφερε τους Αιγυπτίους στο σημείο να δεχτούν ότι είναι δίκαιο να του υποταχτούν.
[2.173.1] Όσο για τις υποθέσεις του, ο Άμασις ακολουθούσε τούτη τη μέθοδο: το πρωί, όσο η αγορά ήταν γεμάτη κόσμο, διεκπεραίωνε με προθυμία τα ζητήματα που παρουσιάζονταν· από εκεί και ύστερα όμως όλο έπινε, αστειευόταν με τους συμπότες του και ήταν επιπόλαιος και καλαμπουρτζής. [2.173.2] Οι φίλοι του ωστόσο δυσανασχέτησαν με όλα αυτά και τον συμβούλευαν λέγοντάς του τα ακόλουθα: «Βασιλιά, δεν κουμαντάρεις καλά τον εαυτό σου αφήνοντάς τον να πέφτει τόσο χαμηλά· γιατί εσύ έπρεπε να κάθεσαι σοβαρός σ᾽ έναν σοβαρό θρόνο όλη μέρα και να ασχολείσαι με τις δημόσιες υποθέσεις: έτσι, και οι Αιγύπτιοι θα γνώριζαν ότι τους κυβερνάει μεγάλος άνθρωπος και εσύ θα άκουγες καλύτερα λόγια· αλλά αυτά που κάνεις τώρα δεν είναι καθόλου βασιλικά πράγματα». [2.173.3] Κι εκείνος τους απάντησε τα εξής: «Όσοι έχουν τα τόξα, τα τεντώνουν όταν έχουν ανάγκη να τα μεταχειριστούν, και αφού τα μεταχειριστούν, τα χαλαρώνουν. Γιατί αν τα είχαν διαρκώς τεντωμένα, τα τόξα θα έσπαγαν, και αυτοί, όταν θα χρειαζόταν, δεν θα τα είχαν για να τα μεταχειριστούν. [2.173.4] Ίδια είναι και η φύση του ανθρώπου· αν εννοεί να είναι πάντοτε σοβαρός και να μην παραχωρεί στον εαυτό του όση διασκέδαση του πρέπει, τότε, χωρίς να το πάρει είδηση, ή θα τρελαθεί ή θα χαζέψει. Εγώ τα ξέρω καλά αυτά, και μοιράζω σωστά το κάθε μέρος». Αυτά λοιπόν απάντησε στους φίλους του ο Άμασις.
[2.174.1] Λέγεται ωστόσο ότι ο Άμασις και απλός ιδιώτης όταν ήταν, του άρεσαν το ποτό και τα χωρατά και δεν ήταν καθόλου σοβαρός άνθρωπος· και όποτε με το ποτό και με τα γλέντια έμενε χωρίς χρήματα, γύριζε εδώ κι εκεί και έκλεβε. Τον κατηγορούσαν λοιπόν οι διάφοροι ότι τους είχε πάρει τα χρήματα, αυτός το αρνιόταν, και τον πήγαιναν στο μαντείο, όποιο βρισκόταν κοντά στον καθένα. Τα μαντεία τώρα, πολλές φορές τον καταδίκαζαν, πολλές τον αθώωναν. [2.174.2] Γι᾽ αυτό και ο Άμασις, όταν έγινε βασιλιάς, έκανε τα εξής: τα ιερά των θεών που τον είχαν αθωώσει, ότι δεν είναι κλέφτης, ούτε τα φρόντιζε ούτε έδινε τίποτε για τη συντήρησή τους ούτε πήγαινε σ᾽ αυτά να κάνει θυσίες, αφού δεν άξιζαν καθόλου και είχαν μαντεία που έλεγαν ψέματα· όσοι όμως τον είχαν καταδικάσει ότι είναι κλέφτης, ήταν, λέει, αληθινά θεοί, έδιναν σωστούς χρησμούς, και γι᾽ αυτό φρόντιζε με το παραπάνω τα ιερά τους.
[2.175.1] Πρώτα πρώτα, στον ναό της Αθηνάς στη Σάιδα ο Άμασις κατασκεύασε αξιοθαύμαστα προπύλαια ξεπερνώντας σ᾽ αυτόν τον τομέα όλους τους άλλους στο ύψος και στο μεγαλείο, στο μέγεθος και στην ποιότητα της πέτρας· έπειτα της αφιέρωσε μεγάλους κολοσσούς και μακρουλές σφίγγες με ανδρικά πρόσωπα, και κουβάλησε για τις επισκευές και άλλες πέτρες, τεράστιες στο μέγεθος. [2.175.2] Μερικές από αυτές τις έφερε από τα λατομεία που είναι κοντά στη Μέμφιδα, και εκείνες με τις τεράστιες διαστάσεις τις έφερε από την πόλη Ελεφαντίνη, που απέχει από τη Σάιδα ώς είκοσι ημερών ταξίδι στον ποταμό. [2.175.3] Αλλά εκείνο που εγώ θαυμάζω πιο πολύ απ᾽ όλα είναι το εξής: ο Άμασις κουβάλησε από την πόλη Ελεφαντίνη μια κάμαρη σε μονοκόμματη πέτρα· και την κουβαλούσε τρία χρόνια, και με τη μεταφορά της είχαν επιφορτισθεί δυο χιλιάδες άνθρωποι που όλοι τους ήταν πηδαλιούχοι. [2.175.4] Εξωτερικά το μήκος αυτής της κάμαρης είναι είκοσι μία πήχες, το πλάτος δεκατέσσερις και το ύψος οχτώ. Αυτές λοιπόν είναι οι εξωτερικές διαστάσεις της κάμαρης, ενώ από μέσα το μήκος της είναι δεκαοχτώ πήχες και μια πυγόνα, το πλάτος της δώδεκα πήχες και το ύψος της πέντε πήχες. Η κάμαρη αυτή βρίσκεται δίπλα στην είσοδο του ιερού. [2.175.5] Και λένε ότι για τους εξής λόγους δεν την έσυραν μέσα στο ιερό: καθώς έσερναν την κάμαρη, ο αρχιτέκτονας βαριαναστέναξε και βαρυγκόμησε που το έργο αυτό τούς είχε φάει τόσο πολύν καιρό, και ο Άμασις το πήρε κατάκαρδα αυτό και δεν άφησε να τη σύρουν παραμέσα. Μερικοί ωστόσο λένε επίσης ότι η κάμαρη σκότωσε κάποιον από τους ανθρώπους που τη μετακινούσαν με τους μοχλούς, και γι᾽ αυτό δεν την έσυραν μέσα.
[2.176.1] Και σε όλα τα άλλα αξιόλογα ιερά αφιέρωσε ο Άμασις έργα αξιοθέατα για το μέγεθός τους, όπως στη Μέμφιδα τον κολοσσό που κείτεται ανάσκελα μπροστά στο Ηφαιστείο και που το μήκος του είναι εβδομήντα πέντε πόδια. Και πάνω στο ίδιο βάθρο βρίσκονται στημένοι δύο άλλοι κολοσσοί, από πέτρα αιθιοπική καμωμένοι, είκοσι πόδια ύψος ο καθένας, από τη μια κι από την άλλη μεριά του μεγάλου. [2.176.2] Υπάρχει μάλιστα και στη Σάιδα άλλος ένας πέτρινος κολοσσός, στο ίδιο μέγεθος και με τον ίδιο τρόπο ξαπλωμένος όπως κι εκείνος στη Μέμφιδα. Ο Άμασις άλλωστε είναι εκείνος που αποπεράτωσε την ανέγερση του ιερού της Ίσιδας στη Μέμφιδα, που είναι μεγάλο και εξαιρετικά εντυπωσιακό.