Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (4.81.1-4.87.2)

[4.81.1] Πλῆθος δὲ τὸ Σκυθέων οὐκ οἷός τε ἐγενόμην ἀτρεκέως πυθέσθαι, ἀλλὰ διαφόρους λόγους περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἤκουον· καὶ γὰρ κάρτα πολλοὺς εἶναί σφεας καὶ ὀλίγους ὡς Σκύθας εἶναι. [4.81.2] τοσόνδε μέντοι ἀπέφαινόν μοι ἐς ὄψιν· ἔστι μεταξὺ Βορυσθένεός τε ποταμοῦ καὶ Ὑπάνιος χῶρος, οὔνομα δέ οἵ ἐστι Ἐξαμπαῖος, τοῦ καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων μνήμην εἶχον, φάμενος ἐν αὐτῷ κρήνην ὕδατος πικροῦ εἶναι ἀπ᾽ ἧς τὸ ὕδωρ ἀπορρέον τὸν Ὕπανιν ἄποτον ποιέειν. [4.81.3] ἐν τούτῳ τῷ χώρῳ κεῖται χαλκήιον, μεγάθεϊ καὶ ἑξαπλήσιον τοῦ ἐπὶ στόματι τοῦ Πόντου κρητῆρος, τὸν Παυσανίης ὁ Κλεομβρότου ἀνέθηκε. [4.81.4] ὃς δὲ μὴ εἶδέ κω τοῦτον, ὧδε δηλώσω· ἑξακοσίους ἀμφορέας εὐπετέως χωρέει τὸ ἐν Σκύθῃσι χαλκήιον, πάχος δὲ τὸ Σκυθικὸν τοῦτο χαλκήιόν ἐστι δακτύλων ἕξ. τοῦτο ὦν ἔλεγον οἱ ἐπιχώριοι ἀπὸ ἀρδίων γενέσθαι. [4.81.5] βουλόμενον γὰρ τὸν σφέτερον βασιλέα, τῷ οὔνομα εἶναι Ἀριάνταν, [τοῦτον] εἰδέναι τὸ πλῆθος τὸ Σκυθέων κελεύειν μὲν πάντας Σκύθας ἄρδιν ἕκαστον μίαν [ἀπὸ τοῦ ὀϊστοῦ] κομίσαι· ὃς δ᾽ ἂν μὴ κομίσῃ, θάνατον ἀπείλεε. [4.81.6] κομισθῆναί τε δὴ χρῆμα πολλὸν ἀρδίων καί οἱ δόξαι ἐξ αὐτέων μνημόσυνον ποιήσαντι λιπέσθαι· ἐκ τουτέων δέ μιν τὸ χαλκήιον ποιῆσαι τοῦτο καὶ ἀναθεῖναι ἐς τὸν Ἐξαμπαῖον τοῦτον. ταῦτα δὴ περὶ τοῦ πλήθεος τοῦ Σκυθέων ἤκουον. [4.82.1] θωμάσια δὲ ἡ χώρη αὕτη οὐκ ἔχει, χωρὶς ἢ ὅτι ποταμούς τε πολλῷ μεγίστους καὶ ἀριθμὸν πλείστους. τὸ δὲ ἀποθωμάσαι ἄξιον καὶ πάρεξ τῶν ποταμῶν καὶ τοῦ μεγάθεος τοῦ πεδίου παρέχεται, εἰρήσεται· ἴχνος Ἡρακλέος φαίνουσι ἐν πέτρῃ ἐνεόν, τὸ ἔοικε μὲν βήματι ἀνδρός, ἔστι δὲ τὸ μέγαθος δίπηχυ, παρὰ τὸν Τύρην ποταμόν. τοῦτο μέν νυν τοιοῦτόν ἐστι, ἀναβήσομαι δὲ ἐς τὸν κατ᾽ ἀρχὰς ἤια λέξων λόγον.
[4.83.1] Παρασκευαζομένου Δαρείου ἐπὶ τοὺς Σκύθας καὶ περιπέμποντος ἀγγέλους ἐπιτάξοντας τοῖσι μὲν πεζὸν στρατόν, τοῖσι δὲ νέας παρέχειν, τοῖσι δὲ ζευγνύναι τὸν Θρηίκιον Βόσπορον, Ἀρτάβανος ὁ Ὑστάσπεος, ἀδελφεὸς ἐὼν Δαρείου, ἐχρήιζε μηδαμῶς αὐτὸν στρατιὴν ἐπὶ Σκύθας ποιέεσθαι, καταλέγων τῶν Σκυθέων τὴν ἀπορίην. [4.83.2] ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἔπειθε συμβουλεύων οἱ χρηστά, ὁ μὲν ἐπέπαυτο, ὁ δέ, ἐπειδή οἱ τὰ πάντα παρεσκεύαστο, ἐξήλαυνε τὸν στρατὸν ἐκ Σούσων. [4.84.1] ἐνθαῦτα τῶν Περσέων Οἰόβαζος ἐδεήθη Δαρείου τριῶν ἐόντων οἱ παίδων καὶ πάντων στρατευομένων ἕνα αὐτῷ καταλειφθῆναι. ὁ δέ οἱ ἔφη ὡς φίλῳ ἐόντι καὶ μετρίων δεομένῳ πάντας τοὺς παῖδας καταλείψειν. [4.84.2] ὁ μὲν δὴ Οἰόβαζος περιχαρὴς ἦν, ἐλπίζων τοὺς υἱέας στρατηίης ἀπολελύσθαι, ὁ δὲ κελεύει τοὺς ἐπὶ τούτων ἐπεστεῶτας ἀποκτεῖναι πάντας τοὺς Οἰοβάζου παῖδας. καὶ οὗτοι μὲν ἀποσφαγέντες αὐτοῦ ταύτῃ ἐλείποντο· [4.85.1] Δαρεῖος δὲ ἐπείτε πορευόμενος ἐκ Σούσων ἀπίκετο τῆς Καλχηδονίης ἐπὶ τὸν Βόσπορον, ἵνα ἔζευκτο ἡ γέφυρα, ἐνθεῦτεν ἐσβὰς ἐς νέα ἔπλεε ἐπὶ τὰς Κυανέας καλευμένας, τὰς πρότερον πλαγκτὰς Ἕλληνές φασι εἶναι, ἑζόμενος δὲ ἐπὶ ῥίῳ ἐθηεῖτο τὸν Πόντον, ἐόντα ἀξιοθέητον· [4.85.2] πελαγέων γὰρ ἁπάντων πέφυκε θωμασιώτατος, τοῦ τὸ μὲν μῆκος στάδιοί εἰσι ἑκατὸν καὶ χίλιοι καὶ μύριοι, τὸ δὲ εὖρος, τῇ εὐρύτατος αὐτὸς ἑωυτοῦ, στάδιοι τριηκόσιοι καὶ τρισχίλιοι. [4.85.3] τούτου τοῦ πελάγεος τὸ στόμα ἐστὶ εὖρος τέσσερες στάδιοι, μῆκος δὲ τοῦ στόματος, ὁ αὐχήν, τὸ δὴ Βόσπορος κέκληται, κατ᾽ ὃ δὴ ἔζευκτο ἡ γέφυρα, ἐπὶ σταδίους εἴκοσι καὶ ἑκατόν ἐστι· τείνει δ᾽ ἐς τὴν Προποντίδα ὁ Βόσπορος. [4.85.4] ἡ δὲ Προποντίς, ἐοῦσα εὖρος μὲν σταδίων πεντακοσίων, μῆκος δὲ τετρακοσίων καὶ χιλίων, καταδιδοῖ ἐς τὸν Ἑλλήσποντον, ἐόντα στεινότητα μὲν ἑπτὰ σταδίους, μῆκος δὲ τετρακοσίους. ἐκδιδοῖ δὲ ὁ Ἑλλήσποντος ἐς χάσμα πελάγεος τὸ δὴ Αἰγαῖον καλέεται. [4.86.1] μεμέτρηται δὲ ταῦτα ὧδε· νηῦς ἐπίπαν μάλιστά κῃ κατανύει ἐν μακρημερίῃ ὀργυιὰς ἑπτακισμυρίας, νυκτὸς δὲ ἑξακισμυρίας. [4.86.2] ἤδη ὦν ἐς μὲν Φᾶσιν ἀπὸ τοῦ στόματος (τοῦτο γάρ ἐστι τοῦ Πόντου μακρότατον) ἡμερέων ἐννέα πλόος ἐστὶ καὶ νυκτῶν ὀκτώ· αὗται ἕνδεκα μυριάδες καὶ ἑκατὸν ὀργυιέων γίνονται, ἐκ δὲ τῶν ὀργυιέων τουτέων στάδιοι ἑκατὸν καὶ χίλιοι καὶ μύριοί εἰσι. [4.86.3] ἐς δὲ Θεμισκύρην τὴν ἐπὶ Θερμώδοντι ποταμῷ ἐκ τῆς Σινδικῆς (κατὰ τοῦτο γάρ ἐστι τοῦ Πόντου εὐρύτατον) τριῶν τε ἡμερέων καὶ δύο νυκτῶν πλόος· αὗται δὲ τρεῖς μυριάδες καὶ τριήκοντα ὀργυιέων γίνονται, στάδιοι δὴ τριηκόσιοι καὶ τρισχίλιοι. [4.86.4] ὁ μέν νυν Πόντος οὗτος καὶ Βόσπορός τε καὶ Ἑλλήσποντος οὕτω τέ μοι μεμετρέαται καὶ κατὰ τὰ εἰρημένα πεφύκασι, παρέχεται δὲ καὶ λίμνην ὁ Πόντος [οὗτος] ἐκδιδοῦσαν ἐς αὐτὸν οὐ πολλῷ τεῳ ἐλάσσω ἑωυτοῦ, ἣ Μαιῆτίς τε καλέεται καὶ μήτηρ τοῦ Πόντου. [4.87.1] ὁ δὲ Δαρεῖος, ὡς ἐθεήσατο τὸν Πόντον, ἔπλεε ὀπίσω ἐπὶ τὴν γέφυραν, τῆς ἀρχιτέκτων ἐγένετο Μανδροκλέης Σάμιος· θεησάμενος δὲ καὶ τὸν Βόσπορον στήλας ἔστησε δύο ἐπ᾽ αὐτοῦ λίθου λευκοῦ, ἐνταμὼν γράμματα ἐς μὲν τὴν Ἀσσύρια, ἐς δὲ τὴν Ἑλληνικά, ἔθνεα πάντα ὅσα περ ἦγε· ἦγε δὲ πάντα τῶν ἦρχε· τούτων μυριάδες ἐξηριθμήθησαν, χωρὶς τοῦ ναυτικοῦ, ἑβδομήκοντα σὺν ἱππεῦσι, νέες δὲ ἑξακόσιαι συνελέχθησαν. [4.87.2] τῇσι μέν νυν στήλῃσι ταύτῃσι Βυζάντιοι κομίσαντες ἐς τὴν πόλιν ὕστερον τούτων ἐχρήσαντο πρὸς τὸν βωμὸν τῆς Ὀρθωσίης Ἀρτέμιδος, χωρὶς ἑνὸς λίθου· οὗτος δὲ κατελείφθη παρὰ τοῦ Διονύσου τὸν νηὸν ἐν Βυζαντίῳ γραμμάτων Ἀσσυρίων πλέος. τοῦ δὲ Βοσπόρου ὁ χῶρος τὸν ἔζευξε βασιλεὺς Δαρεῖος, ὡς ἐμοὶ δοκέειν συμβαλλομένῳ, μέσον ἐστὶ Βυζαντίου τε καὶ τοῦ ἐπὶ στόματι ἱροῦ.

[4.81.1] Τώρα, για τον πληθυσμό της Σκυθίας δεν μπόρεσα να έχω εξακριβωμένες πληροφορίες, αλλά άκουσα διαφορετικούς υπολογισμούς για τον αριθμό τους· δηλαδή πως πάρα πολλοί λέγονται Σκύθες, όμως οι γνήσιοι είναι λίγοι. [4.81.2] Αλλά νά κάτι σχετικό που μου έδειξαν και το είδα· υπάρχει μια τοποθεσία ανάμεσα στον Βορυσθένη και τον Ύπανη που λέγεται Εξαμπαίος (την ανέφερα και λίγο παραπάνω, λέγοντας πως εκεί βρίσκεται πηγή πικρού νερού, που το νερό που αναβλύζει απ᾽ αυτήν και χύνεται στον Ύπανη κάνει τα νερά του να μην πίνονται). [4.81.3] Σ᾽ αυτή την τοποθεσία έχει στηθεί χάλκινο λεβέτι, πιο μεγάλο ώς έξι φορές από τον κρατήρα που βρίσκεται στο στόμιο του Βοσπόρου, που τον αφιέρωσε στους θεούς ο Παυσανίας, ο γιος του Κλεομβρότου. [4.81.4] Όποιος ακόμα δεν τον έχει δει αυτόν, θα του δώσω να καταλάβει με τα παρακάτω: εξακόσιους αμφορείς χωρά άνετα το λεβέτι της Σκυθίας, και το πάχος του σκυθικού αυτού λεβετιού είναι έξι δάχτυλα. Λένε λοιπόν οι ντόπιοι πως το έκαναν από μύτες βελών. [4.81.5] Δηλαδή πως, θέλοντας ο βασιλιάς τους, που τ᾽ όνομά του ήταν Αριάνταν, να μάθει πόσοι είναι οι Σκύθες, διέταξε όλους τους Σκύθες να φέρει ο καθένας τους μια μύτη βέλους· κι όποιος δε φέρει, απειλούσε πως θα τον θανατώσει. [4.81.6] Λοιπόν, λένε πως συγκεντρώθηκε τεράστια ποσότητα από μύτες βελών, και του ήρθε η ιδέα να κάνει ένα μνημείο για την υστεροφημία του· και πως από εκείνες τις μύτες των βελών έκανε τούτο το χάλκινο λεβέτι και το αφιέρωσε στον Εξαμπαίο που είπαμε. Αυτά λοιπόν άκουσα για τον πληθυσμό της Σκυθίας.
[4.82.1] Η χώρα αυτή δεν έχει να δείξει τίποτε αξιοθαύμαστο, εκτός από τους ποταμούς της, τους πάρα πολύ μεγάλους και πάρα πολλούς. Το μόνο αξιοθαύμαστο που έχει να δείξει εκτός από τους ποταμούς και τη μεγάλη έκταση της πεδιάδας, αυτό θα πω: δείχνουν ίχνος από το πέλμα του Ηρακλή σε βράχο, στην όχθη του ποταμού Τύρη, που οπωσδήποτε μοιάζει με πέλμα ανθρώπου, έχει όμως μάκρος δυο πήχες. Αυτό λοιπόν τέτοιας λογής είναι, όμως θα ξαναπιάσω την εξιστόρηση που αρχικά ξεκίνησα να κάνω.
[4.83.1] Ο Δαρείος ετοίμαζε την εκστρατεία εναντίον των Σκυθών κι έστελνε παντού αγγελιοφόρους για να παραγγείλουν σ᾽ άλλους να στείλουν πεζικό, σ᾽ άλλους καράβια, σ᾽ άλλους να ενώσουν με γέφυρα τις ακτές του θρακικού Βοσπόρου. Τότε ο Αρτάβανος, ο γιος του Υστάσπη κι αδερφός του Δαρείου, τον συμβούλευε να μην εκστρατέψει με κανένα τρόπο ο ίδιος εναντίον των Σκυθών, αναπτύσσοντάς του διεξοδικά τί μπλέξιμο χωρίς διέξοδο ήταν οι Σκύθες, [4.83.2] όμως —γιατί με τις φρόνιμες συμβουλές του δεν έπειθε τον Δαρείο— παραιτήθηκε απ᾽ την προσπάθειά του, κι ο άλλος, όταν είχε κάνει όλες τις ετοιμασίες, ξεκίνησε από τα Σούσα με το στρατό του για εκστρατεία.
[4.84.1] Τότε ένας Πέρσης, ο Οιόβαζος, που είχε τρία παιδιά κι όλα τους είχαν επιστρατευθεί, παρακάλεσε τον Δαρείο να του κάνει χάρη και να του αφήσει το ένα. Κι εκείνος του είπε πως, μια και ήταν φίλος και το αίτημά του ήταν λογικό, θα του αφήσει όλα του τα παιδιά. [4.84.2] Λοιπόν του Οιοβάζου η χαρά δεν περιγραφόταν, με την ελπίδα πως τα αγόρια του απαλλάχτηκαν από την εκστρατεία· κι ο άλλος διέταξε τους αρμόδιους γι᾽ αυτά να σκοτώσουν όλα τα παιδιά του Οιοβάζου. Κι έτσι αυτά, με το να σφαγούν, έμειναν πίσω.
[4.85.1] Κι ο Δαρείος πορεύτηκε από τα Σούσα κι έφτασε στην περιοχή της Χαλκηδόνας, στις ακτές του Βοσπόρου, στο σημείο όπου τις είχαν ενώσει με γέφυρα· αποκεί ανέβηκε σε καράβι κι αρμένιζε προς τα νησιά που λέγονται Κυανές, αυτά που οι Έλληνες λένε ότι τον παλιό καιρό μετακινούνταν, και καθισμένος σε θρόνο στο ακρωτήριο αγνάντευε τον Πόντο, πραγματικά αξιοθαύμαστον· [4.85.2] γιατί η φύση τον έπλασε απ᾽ όλα τα πελάγη πιο θαυμαστό, κι έχει μάκρος έντεκα χιλιάδες εκατό σταδίους και πλάτος, στο πλατύτερο μέρος του, τρεις χιλιάδες τριακόσιους σταδίους. [4.85.3] Το στόμιο αυτού του πελάγους έχει πλάτος τέσσερες σταδίους και το μάκρος του στομίου, θα λέγαμε ο λαιμός, ακριβώς αυτό που λέμε Βόσπορος (το σημείο δηλαδή στο οποίο ενώθηκαν οι ακτές με γέφυρα), πιάνει εκατόν είκοσι σταδίους· κι ο Βόσπορος κατευθύνεται προς την Προποντίδα. [4.85.4] Κι η Προποντίδα, που έχει πλάτος πεντακόσιους σταδίους και μάκρος χίλιους τετρακόσιους, χύνεται στον Ελλήσποντο, που είναι στενός, εφτά στάδιοι το πλάτος του, αλλά το μάκρος του τετρακόσιοι· και χύνεται ο Ελλήσποντος σε πέλαγος ανοιχτό, αυτό που ονομάζεται Αιγαίο.
[4.86.1] Λοιπόν, νά πώς μέτρησαν αυτές τις αποστάσεις· ένα καράβι διανύει κατά μέσο όρο περίπου εβδομήντα χιλιάδες οργιές τη μέρα, την εποχή που οι μέρες είναι μεγάλες, και εξήντα χιλιάδες τη νύχτα. [4.86.2] Λοιπόν, από το στόμιό του ώς τον ποταμό Φάση (γιατί η απόσταση αυτή είναι η μεγαλύτερη σε μάκρος του Πόντου) το ταξίδι κρατά εννιά μέρες κι οχτώ νύχτες, που μας κάνουν ένα εκατομμύριο εκατό δέκα χιλιάδες οργιές, κι οι οργιές αυτές μας κάνουν έντεκα χιλιάδες εκατό σταδίους. [4.86.3] Κι από τη Σινδική ώς τη Θεμισκύρα, που βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Θερμώδοντα (γιατί η απόσταση αυτή είναι η μεγαλύτερη του Πόντου σε πλάτος) το ταξίδι με πλοίο κρατά τρεις μέρες και δυο νύχτες, που μας κάνουν τριακόσιες τριάντα χιλιάδες οργιές, δηλαδή τρεις χιλιάδες τριακόσιους σταδίους. [4.86.4] Λοιπόν μ᾽ αυτόν τον τρόπο έχω υπολογίσει τις αποστάσεις ετούτου του Πόντου και του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου, κι είναι όπως τους έχω περιγράψει· κι ακόμα ο Πόντος έχει να μας δείξει και μια λίμνη που χύνεται στα νερά του, που δεν είναι και πολύ μικρότερη απ᾽ τον ίδιο, και λέγεται Μαιήτιδα και μητέρα του Πόντου.
[4.87.1] Χάρηκε το θέαμα του Πόντου ο Δαρείος κι ύστερα γύρισε με το καράβι πίσω προς τη γέφυρα, που αρχιμηχανικός της ήταν ο Μανδροκλής από τη Σάμο· κατόπι χάρηκε και το θέαμα του Βοσπόρου κι έστησε στην ακτή του δυο μαρμάρινες στήλες και χάραξε επάνω τους επιγραφές, τη μια με γράμματα ασσυριακά, την άλλη με ελληνικά, με τα ονόματα όλων των εθνών που οδηγούσε· κι οδηγούσε όλα, σε όσα εξουσίαζε· ο στρατός που έδωσαν αυτά τα έθνη μετρήθηκε και βγήκε, χωρίς το ναυτικό αλλά μαζί με το ιππικό, εφτακόσιες χιλιάδες, και τα καράβια που συγκεντρώθηκαν, εξακόσια. [4.87.2] Λοιπόν αυτές τις στήλες, αφού πέρασε καιρός απ᾽ τα γεγονότα αυτά, οι Βυζάντιοι τις κουβάλησαν στην πόλη τους και τις χρησιμοποίησαν για να χτίσουν το ναό της Ορθωσίας Άρτεμης, άφησαν μόνο μια πλάκα (κι αυτή την άφησαν δίπλα στο ναό του Διονύσου στο Βυζάντιο, χαραγμένη ολόκληρη με ασσυριακά γράμματα)· και η περιοχή του Βοσπόρου, που ο βασιλιάς Δαρείος ένωσε τις ακτές του με γέφυρα, όπως οι υπολογισμοί μου με κάνουν να υποθέσω, βρίσκεται στη μέση της απόστασης που χωρίζει το Βυζάντιο από το ναό που είναι στο στόμιο του Πόντου.