Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πρωταγόρας (354e-356c)

Πάλιν τοίνυν, ἔφην ἐγώ, εἴ με ἀνέροισθε, ὦ ἄνθρωποι, «Τίνος οὖν δήποτε ἕνεκα πολλὰ περὶ τούτου λέγεις καὶ πολλαχῇ;» Συγγιγνώσκετέ μοι, φαίην ἂν ἔγωγε. πρῶτον μὲν γὰρ οὐ ῥᾴδιον ἀποδεῖξαι τί ἐστίν ποτε τοῦτο ὃ ὑμεῖς καλεῖτε τῶν ἡδονῶν ἥττω εἶναι· ἔπειτα ἐν τούτῳ εἰσὶν πᾶσαι αἱ ἀποδείξεις. ἀλλ᾽ ἔτι καὶ νῦν ἀναθέσθαι ἔξεστιν, [355a] εἴ πῃ ἔχετε ἄλλο τι φάναι εἶναι τὸ ἀγαθὸν ἢ τὴν ἡδονήν, ἢ τὸ κακὸν ἄλλο τι ἢ τὴν ἀνίαν· ἢ ἀρκεῖ ὑμῖν τὸ ἡδέως καταβιῶναι τὸν βίον ἄνευ λυπῶν; εἰ δὲ ἀρκεῖ καὶ μὴ ἔχετε μηδὲν ἄλλο φάναι εἶναι ἀγαθὸν ἢ κακὸν ὃ μὴ εἰς ταῦτα τελευτᾷ, τὸ μετὰ τοῦτο ἀκούετε. φημὶ γὰρ ὑμῖν τούτου οὕτως ἔχοντος γελοῖον τὸν λόγον γίγνεσθαι, ὅταν λέγητε ὅτι πολλάκις γιγνώσκων τὰ κακὰ ἄνθρωπος ὅτι κακά ἐστιν, ὅμως πράττει αὐτά, ἐξὸν μὴ πράττειν, ὑπὸ τῶν ἡδονῶν [355b] ἀγόμενος καὶ ἐκπληττόμενος· καὶ αὖθις αὖ λέγετε ὅτι γιγνώσκων ὁ ἄνθρωπος τἀγαθὰ πράττειν οὐκ ἐθέλει διὰ τὰς παραχρῆμα ἡδονάς, ὑπὸ τούτων ἡττώμενος. ὡς δὲ ταῦτα γελοῖά ἐστιν, κατάδηλον ἔσται, ἐὰν μὴ πολλοῖς ὀνόμασι χρώμεθα ἅμα, ἡδεῖ τε καὶ ἀνιαρῷ καὶ ἀγαθῷ καὶ κακῷ, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δύο ἐφάνη ταῦτα, δυοῖν καὶ ὀνόμασιν προσαγορεύωμεν αὐτά, πρῶτον μὲν ἀγαθῷ καὶ κακῷ, ἔπειτα αὖθις ἡδεῖ τε [355c] καὶ ἀνιαρῷ. θέμενοι δὴ οὕτω λέγωμεν ὅτι Γιγνώσκων ὁ ἄνθρωπος τὰ κακὰ ὅτι κακά ἐστιν, ὅμως αὐτὰ ποιεῖ. ἐὰν οὖν τις ἡμᾶς ἔρηται, «Διὰ τί;» Ἡττώμενος, φήσομεν· «Ὑπὸ τοῦ;» ἐκεῖνος ἐρήσεται ἡμᾶς· ἡμῖν δὲ ὑπὸ μὲν ἡδονῆς οὐκέτι ἔξεστιν εἰπεῖν —ἄλλο γὰρ ὄνομα μετείληφεν ἀντὶ τῆς ἡδονῆς τὸ ἀγαθόν— ἐκείνῳ δὴ ἀποκρινώμεθα καὶ λέγωμεν ὅτι Ἡττώμενος ― «Ὑπὸ τίνος;» φήσει. Τοῦ ἀγαθοῦ, φήσομεν νὴ Δία. ἂν οὖν τύχῃ ὁ ἐρόμενος ἡμᾶς ὑβριστὴς ὤν, γελάσεται [355d] καὶ ἐρεῖ· «Ἦ γελοῖον λέγετε πρᾶγμα, εἰ πράττει τις κακά, γιγνώσκων ὅτι κακά ἐστιν, οὐ δέον αὐτὸν πράττειν, ἡττώμενος ὑπὸ τῶν ἀγαθῶν. ἆρα,» φήσει, «οὐκ ἀξίων ὄντων νικᾶν ἐν ὑμῖν τῶν ἀγαθῶν τὰ κακά, ἢ ἀξίων;» φήσομεν δῆλον ὅτι ἀποκρινόμενοι, ὅτι Οὐκ ἀξίων ὄντων· οὐ γὰρ ἂν ἐξημάρτανεν ὅν φαμεν ἥττω εἶναι τῶν ἡδονῶν. «Κατὰ τί δέ,» φήσει ἴσως, «ἀνάξιά ἐστιν τἀγαθὰ τῶν κακῶν ἢ τὰ κακὰ τῶν ἀγαθῶν; ἢ κατ᾽ ἄλλο τι ἢ ὅταν τὰ μὲν μείζω, τὰ δὲ [355e] σμικρότερα ᾖ; ἢ πλείω, τὰ δὲ ἐλάττω ᾖ;» οὐχ ἕξομεν εἰπεῖν ἄλλο ἢ τοῦτο. «Δῆλον ἄρα,» φήσει, «ὅτι τὸ ἡττᾶσθαι τοῦτο λέγετε, ἀντὶ ἐλαττόνων ἀγαθῶν μείζω κακὰ λαμβάνειν.» Ταῦτα μὲν οὖν οὕτω. μεταλάβωμεν δὴ τὰ ὀνόματα πάλιν τὸ ἡδύ τε καὶ ἀνιαρὸν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς τούτοις, καὶ λέγωμεν ὅτι Ἄνθρωπος πράττει — τότε μὲν ἐλέγομεν τὰ κακά, νῦν δὲ λέγωμεν τὰ ἀνιαρά, γιγνώσκων ὅτι ἀνιαρά ἐστιν, ἡττώμενος [356a] ὑπὸ τῶν ἡδέων, δῆλον ὅτι ἀναξίων ὄντων νικᾶν. καὶ τίς ἄλλη ἀναξία ἡδονῇ πρὸς λύπην ἐστίν, ἀλλ᾽ ἢ ὑπερβολὴ ἀλλήλων καὶ ἔλλειψις; ταῦτα δ᾽ ἐστὶ μείζω τε καὶ σμικρότερα γιγνόμενα ἀλλήλων καὶ πλείω καὶ ἐλάττω καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον. εἰ γάρ τις λέγοι ὅτι «Ἀλλὰ πολὺ διαφέρει, ὦ Σώκρατες, τὸ παραχρῆμα ἡδὺ τοῦ εἰς τὸν ὕστερον χρόνον καὶ ἡδέος καὶ λυπηροῦ,» Μῶν ἄλλῳ τῳ, φαίην ἂν ἔγωγε, ἢ ἡδονῇ καὶ λύπῃ; οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅτῳ ἄλλῳ. ἀλλ᾽ ὥσπερ [356b] ἀγαθὸς ἱστάναι ἄνθρωπος, συνθεὶς τὰ ἡδέα καὶ συνθεὶς τὰ λυπηρά, καὶ τὸ ἐγγὺς καὶ τὸ πόρρω στήσας ἐν τῷ ζυγῷ, εἰπὲ πότερα πλείω ἐστίν. ἐὰν μὲν γὰρ ἡδέα πρὸς ἡδέα ἱστῇς, τὰ μείζω ἀεὶ καὶ πλείω ληπτέα· ἐὰν δὲ λυπηρὰ πρὸς λυπηρά, τὰ ἐλάττω καὶ σμικρότερα· ἐὰν δὲ ἡδέα πρὸς λυπηρά, ἐὰν μὲν τὰ ἀνιαρὰ ὑπερβάλληται ὑπὸ τῶν ἡδέων, ἐάντε τὰ ἐγγὺς ὑπὸ τῶν πόρρω ἐάντε τὰ πόρρω ὑπὸ τῶν ἐγγύς, ταύτην τὴν πρᾶξιν πρακτέον ἐν ᾗ ἂν ταῦτ᾽ ἐνῇ· ἐὰν [356c] δὲ τὰ ἡδέα ὑπὸ τῶν ἀνιαρῶν, οὐ πρακτέα. μή πῃ ἄλλῃ ἔχει, φαίην ἄν, ταῦτα, ὦ ἄνθρωποι; οἶδ᾽ ὅτι οὐκ ἂν ἔχοιεν ἄλλως λέγειν. ― Συνεδόκει καὶ ἐκείνῳ.

Τώρα, άνθρωποι, θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: Πολύ λόγο κάνεις για το θέμα αυτό και το εξετάζεις από πολλές πλευρές· γιατί; Συγχωρήστε με, παρακαλώ, θα τους έλεγα. Νά, πρώτα πρώτα δεν είναι εύκολο να εξηγήσω τί ακριβώς σημαίνει η φράση σας «ο άνθρωπος νικιέται από την ηδονή»· κι ύστερα, στην ερμηνεία αυτής της φράσης στηρίζεται η διασάφηση κάθε άλλης πλευράς του θέματος. Αλλά και τώρα σας δίνω το δικαίωμα να πάρετε πίσω το πούλι σας, [355a] αν τυχόν μπορείτε να πείτε ότι το καλό είναι κάτι άλλο κι όχι η ηδονή ή ότι το κακό είναι κάτι άλλο κι όχι η λύπη — ή είστε ευχαριστημένοι, αν περάσετε ευχάριστα όλη σας τη ζωή, δίχως λύπες; Λοιπόν, αν μένετε ευχαριστημένοι μ᾽ αυτό και δεν μπορείτε ν᾽ αναφέρετε κάτι άλλο ως καλό ή κακό, εφόσον δε φέρνει τα παραπάνω αποτελέσματα, ακούστε τη συνέχεια. Δηλαδή επιτρέψτε μου να σας πω ότι, εφόσον παραδεχόμαστε ότι έτσι έχουν τα πράγματα, τα λόγια σας δεν είναι σοβαρά, όταν λέτε ότι πολλές φορές ο άνθρωπος ξέρει ότι τα κακά είναι κακά, κι όμως τα κάνει, ενώ είναι στο χέρι του να μην τα κάνει, [355b] επειδή τον σέρνουν και τον τυφλώνουν οι ηδονές· κι επίσης γυρνάτε και μας λέτε ότι μπορεί να γνωρίζει ο άνθρωπος το καλό, κι όμως να μη θέλει να το κάνει, εξαιτίας της ηδονής της στιγμής — εκείνη τον νικά. Για να γίνει ολοφάνερο ότι αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, ας μη χρησιμοποιούμε πια πολλές λέξεις —ηδονή και λύπη, καλό και κακό— αλλά, μια και αποδείχτηκε ότι αυτά είναι δύο, ας τα ονομάσουμε με δύο λέξεις· στην αρχή καλό και κακό, στη συνέχεια αντίστοιχα: ηδονή [355c] και λύπη. Τώρα πάνω σ᾽ αυτή τη βάση ας πούμε: Ο άνθρωπος, αν και ξέρει ότι το κακό είναι κακό, όμως το κάνει. Λοιπόν, αν κάποιος μας ρωτήσει: Γιατί; θα πούμε: Επειδή νικιέται. Από τί; θα μας ρωτήσει· εμείς τώρα πια δεν μπορούμε να πούμε: Από την ηδονή· γιατί αλλάξαμε το όνομα και αντί «ηδονή» λέμε «καλό»· λοιπόν αυτή τη λέξη ας χρησιμοποιήσουμε στην απάντησή μας και ας πούμε: Επειδή νικιέται. Από τί; θα μας πει. Από το καλό, θα του πούμε, μά τον Δία. Λοιπόν, αν πέσαμε σε συνομιλητή σαρκαστικό, θα γελάσει [355d] και θα πει: Τί γελοία πράγματα κάθεστε και μας λέτε — κάνει λέει κάποιος το κακό, ενώ γνωρίζει ότι είναι κακό και άρα δεν πρέπει να το κάνει, γιατί νικιέται από το καλό! Μήπως, θα έλεγε, επειδή πιστεύετε ότι το καλό δεν έχει τόση αξία, ώστε να νικά το κακό ή έχει αξία; Φυσικά στην απάντησή μας θα λέγαμε: Επειδή δεν έχει αξία· γιατί διαφορετικά δε θα έπεφτε σε σφάλμα αυτός που λέμε ότι νικιέται από τις ηδονές. Και σύμφωνα με ποιό κριτήριο το καλό έχει μικρότερη αξία από το κακό ή το κακό από το καλό; Το μοναδικό κριτήριο δεν είναι η διαφορά τους στο μέγεθος [355e] ή η διαφορά τους στην ποσότητα; Αυτή δεν είναι η μόνη απάντηση που θα μπορούσαμε να του δώσουμε; Λοιπόν, θα μας πει. Κατάλαβα· λέγοντας «νικιέται» εννοείτε τούτο: όταν παίρνει κανείς αντί ένα μικρότερο καλό ένα μεγαλύτερο κακό. Πάει καλά ώς εδώ. Τώρα ας ξαναπιάσουμε το ίδιο θέμα, αλλά αυτή τη φορά ας χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις «ευχάριστο» και «λυπηρό»· ας πούμε τώρα ότι ο άνθρωπος κάνει τα λυπηρά —αυτά που παραπάνω λέγαμε «κακά»—, αν και ξέρει ότι είναι λυπηρά, [356a] γιατί νικιέται από τα ευχάριστα, ολοφάνερα επειδή αυτά δεν έχουν τόση αξία, ώστε να νικήσουν. Και ποιό άλλο κριτήριο έχουμε, για να συγκρίνουμε την ηδονή και τη λύπη παρά τις σχέσεις τους ως προς το μέγεθος; Δηλαδή εμφανίζονται μεγαλύτερη και μικρότερη η μια από την άλλη, περισσότερη και λιγότερη, δυνατότερη και λιγότερο δυνατή. Λοιπόν, αν κάποιος έλεγε: Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ηδονή της στιγμής και τη μελλοντική ηδονή ή τη λύπη, Σωκράτη, θα του απαντούσα: Μήπως η διαφορά τους βρίσκεται σε κάτι άλλο κι όχι σε ποσότητα ηδονής ή λύπης; Εγώ δε βλέπω σε τί άλλο. [356b] Αλλά σαν καλός ζυγιστής κάνε ένα δέμα τα ευχάριστα κι άλλο ένα τα λυπηρά, βάλε στη ζυγαριά και τα δράμια για τα κοντινά και για τα απομακρυσμένα και πες μου προς τα πού γέρνει η ζυγαριά. Γιατί, αν και στους δύο δίσκους της ζυγαριάς βάλεις ευχάριστα, είναι λογικό κάθε φορά να προτιμάς τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα· αν πάλι βάλεις λυπηρά, τα λιγότερα και τα μικρότερα· κι αν στον ένα δίσκο βάλεις τα ευχάριστα και στον άλλο τα λυπηρά, τότε, αν δεις ότι τα ευχάριστα είναι βαρύτερα από τα λυπηρά, τα ευχάριστα της στιγμής από τα μελλοντικά ή τα μελλοντικά από τα τωρινά, βάζεις σ᾽ εφαρμογή την πράξη που τα περιέχει· [356c] αν όμως δεις ότι τα λυπηρά είναι βαρύτερα από τα ευχάριστα, μην προχωράς στην πράξη. Άνθρωποί μου, θα τους έλεγα, μήπως υπάρχει καμιά διαφορετική άποψη πάνω σ᾽ αυτά; Είμαι σίγουρος ότι δε θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική γνώμη.
Συμφώνησε κι ο Πρωταγόρας.