Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πρωταγόρας (351b-351e)

Λέγεις δέ τινας, ἔφην, ὦ Πρωταγόρα, τῶν ἀνθρώπων εὖ ζῆν, τοὺς δὲ κακῶς; ― Ἔφη. ― Ἆρ᾽ οὖν δοκεῖ σοι ἄνθρωπος ἂν εὖ ζῆν, εἰ ἀνιώμενός τε καὶ ὀδυνώμενος ζῴη; ― Οὐκ ἔφη. ― Τί δ᾽ εἰ ἡδέως βιοὺς τὸν βίον τελευτήσειεν; οὐκ εὖ ἄν σοι δοκεῖ οὕτως βεβιωκέναι; ― Ἔμοιγ᾽, ἔφη. ― Τὸ μὲν ἄρα [351c] ἡδέως ζῆν ἀγαθόν, τὸ δ᾽ ἀηδῶς κακόν. ― Εἴπερ τοῖς καλοῖς γ᾽, ἔφη, ζῴη ἡδόμενος. ― Τί δή, ὦ Πρωταγόρα; μὴ καὶ σύ, ὥσπερ οἱ πολλοί, ἡδέ᾽ ἄττα καλεῖς κακὰ καὶ ἀνιαρὰ ἀγαθά; ἐγὼ γὰρ λέγω, καθ᾽ ὃ ἡδέα ἐστίν, ἆρα κατὰ τοῦτο οὐκ ἀγαθά, μὴ εἴ τι ἀπ᾽ αὐτῶν ἀποβήσεται ἄλλο; καὶ αὖθις αὖ τὰ ἀνιαρὰ ὡσαύτως οὕτως οὐ καθ᾽ ὅσον ἀνιαρά, κακά; ― Οὐκ οἶδα, ὦ Σώκρατες, ἔφη, ἁπλῶς οὕτως, ὡς σὺ ἐρωτᾷς, [351d] εἰ ἐμοὶ ἀποκριτέον ἐστὶν ὡς τὰ ἡδέα τε ἀγαθά ἐστιν ἅπαντα καὶ τὰ ἀνιαρὰ κακά· ἀλλά μοι δοκεῖ οὐ μόνον πρὸς τὴν νῦν ἀπόκρισιν ἐμοὶ ἀσφαλέστερον εἶναι ἀποκρίνασθαι, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντα τὸν ἄλλον βίον τὸν ἐμόν, ὅτι ἔστι μὲν ἃ τῶν ἡδέων οὐκ ἔστιν ἀγαθά, ἔστι δ᾽ αὖ καὶ ἃ τῶν ἀνιαρῶν οὐκ ἔστι κακά, ἔστι δ᾽ ἃ ἔστι, καὶ τρίτον ἃ οὐδέτερα, οὔτε κακὰ οὔτ᾽ ἀγαθά. ― Ἡδέα δὲ καλεῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐ τὰ ἡδονῆς [351e] μετέχοντα ἢ ποιοῦντα ἡδονήν; ― Πάνυ γ᾽, ἔφη. ― Τοῦτο τοίνυν λέγω, καθ᾽ ὅσον ἡδέα ἐστίν, εἰ οὐκ ἀγαθά, τὴν ἡδονὴν αὐτὴν ἐρωτῶν εἰ οὐκ ἀγαθόν ἐστιν. ― Ὥσπερ σὺ λέγεις, ἔφη, ἑκάστοτε, ὦ Σώκρατες, σκοπώμεθα αὐτό, καὶ ἐὰν μὲν πρὸς λόγον δοκῇ εἶναι τὸ σκέμμα καὶ τὸ αὐτὸ φαίνηται ἡδύ τε καὶ ἀγαθόν, συγχωρησόμεθα· εἰ δὲ μή, τότε ἤδη ἀμφισβητήσομεν.
Πότερον οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, σὺ βούλει ἡγεμονεύειν τῆς σκέψεως, ἢ ἐγὼ ἡγῶμαι;
Δίκαιος, ἔφη, σὺ ἡγεῖσθαι· σὺ γὰρ καὶ κατάρχεις τοῦ λόγου.

β) Ταύτιση ευτυχίας – αγαθού.
Τότε του είπα: Παραδέχεσαι ότι ορισμένοι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένοι, άλλοι όμως δυστυχισμένοι, Πρωταγόρα;
Ναι.
Πιστεύεις λοιπόν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να ζει ευτυχισμένος, αν ζούσε μέσα σε στεναχώριες και πόνους;
Όχι, είπε.
Ένας όμως που θα πέθαινε ύστερ᾽ από μια ευχάριστη ζωή, δε νομίζεις ότι έζησε ευτυχισμένος;
Το νομίζω, είπε.
Λοιπόν [351c] η ευχάριστη ζωή είναι κάτι καλό, ενώ η άθλια ζωή κακό;
Ναι, βέβαια, αν πρόκειται για άνθρωπο που έζησε αντλώντας την ευχαρίστηση από τα ωραία πράγματα.
Τί συμβαίνει λοιπόν, Πρωταγόρα; Ο πολύς κόσμος μερικά ευχάριστα πράγματα τα λέει κακά και ορισμένα δυσάρεστα καλά. Συμφωνείς κι εσύ μ᾽ αυτούς; Δηλαδή νά τί εννοώ εγώ: εφόσον ένα πράγμα είναι ευχάριστο, αυτό μονάχα από μια άποψη δεν είναι καλό: όταν υπάρχει φόβος μήπως φέρει κάποιο αντίθετο αποτέλεσμα. Κι από την άλλη τα δυσάρεστα δεν είναι κακά από την αντίθετη άποψη, δηλαδή μόνο και μόνο επειδή προκαλούν λύπη;
Δεν είμαι σίγουρος, Σωκράτη, [351d] αν πρέπει να σου απαντήσω μ᾽ ένα ναι ή μ᾽ ένα όχι, ότι όλα τα ευχάριστα είναι καλά κι όλα τα δυσάρεστα κακά, όπως ζητά η ερώτησή σου. Μου φαίνεται ότι, για να σου δώσω μια πιο προσεχτική απάντηση, δεν πρέπει να συλλογιστώ μονάχα την ερώτησή σου, αλλά και την εμπειρία απ᾽ όλη την υπόλοιπη ζωή μου· λοιπόν υπάρχουν ορισμένα ευχάριστα πράγματα που δεν είναι καλά, κι από την άλλη μεριά ορισμένα δυσάρεστα που δεν είναι κακά — κι ορισμένα που είναι· με μια τρίτη κατηγορία δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο: δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά.
Ονομάζεις λοιπόν ευχάριστα [351e] όσα έχουν μέσα τους την ευχαρίστηση ή έστω εκείνα που μας προκαλούν ευχαρίστηση;
Ακριβώς, είπε.
Νά τί θέλω να πω: με το να προκαλούν την ευχαρίστηση δεν είναι καλά; δηλαδή ρωτώ αν η ευχαρίστηση στην ουσία της είναι κάτι καλό.
Ας εξετάσουμε το ζήτημα με το συνηθισμένο σου τρόπο, Σωκράτη, είπε· κι αν η έρευνα μας δείξει ότι η άποψή σου είναι ορθή και αποδειχτεί ότι το ευχάριστο και το καλό είναι ένα και το αυτό πράγμα, θα το παραδεχτούμε· αν όχι, τότε θα συνεχίσουμε να το συζητούμε.
Τί προτιμάς, του είπα, να διευθύνεις εσύ τη συζήτηση ή να την κατευθύνω εγώ;
Το σωστό είναι εσύ να την κατευθύνεις. Εσύ δεν είσαι ο εισηγητής;