Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Φιλοκτήτης (468-506)


ΦΙ. πρός νύν σε πατρός, πρός τε μητρός, ὦ τέκνον,
πρός τ᾽ εἴ τί σοι κατ᾽ οἶκόν ἐστι προσφιλές,
470ἱκέτης ἱκνοῦμαι, μὴ λίπῃς μ᾽ οὕτω μόνον,
ἔρημον ἐν κακοῖσι τοῖσδ᾽ οἵοις ὁρᾷς
ὅσοισί τ᾽ ἐξήκουσας ἐνναίοντά με·
ἀλλ᾽ ἐν παρέργῳ θοῦ με. δυσχέρεια μέν,
ἔξοιδα, πολλὴ τοῦδε τοῦ φορήματος·
475ὅμως δὲ τλῆθι· τοῖσι γενναίοισί τοι
τό τ᾽ αἰσχρὸν ἐχθρὸν καὶ τὸ χρηστὸν εὐκλεές.
σοὶ δ᾽, ἐκλιπόντι τοῦτ᾽, ὄνειδος οὐ καλόν,
δράσαντι δ᾽, ὦ παῖ, πλεῖστον εὐκλείας γέρας,
ἐὰν μόλω ᾽γὼ ζῶν πρὸς Οἰταίαν χθόνα.
480ἴθ᾽· ἡμέρας τοι μόχθος οὐχ ὅλης μιᾶς.
τόλμησον, ἐμβαλοῦ μ᾽ ὅποι θέλεις ἄγων,
ἐς ἀντλίαν, ἐς πρῷραν, ἐς πρύμνην, ὅπου
ἥκιστα μέλλω τοὺς ξυνόντας ἀλγυνεῖν.
νεῦσον, πρὸς αὐτοῦ Ζηνὸς ἱκεσίου, τέκνον,
485πείσθητι. προσπίτνω σε γόνασι, καίπερ ὢν
ἀκράτωρ ὁ τλήμων, χωλός. ἀλλὰ μή μ᾽ ἀφῇς
ἐρῆμον οὕτω χωρὶς ἀνθρώπων στίβου,
ἀλλ᾽ ἢ πρὸς οἶκον τὸν σὸν ἔκσωσόν μ᾽ ἄγων,
ἢ πρὸς τὰ Χαλκώδοντος Εὐβοίας σταθμά·
490κἀκεῖθεν οὔ μοι μακρὸς εἰς Οἴτην στόλος
Τραχινίαν τε δειράδ᾽ ἢ τὸν εὔροον
Σπερχειὸν ἔσται, πατρί μ᾽ ὡς δείξῃς φίλῳ,
ὃν δὴ παλαιὸν ἐξότου δέδοικ᾽ ἐγὼ
μή μοι βεβήκῃ. πολλὰ γὰρ τοῖς ἱγμένοις
495ἔστελλον αὐτὸν ἱκεσίους πέμπων λιτάς,
αὐτόστολον πέμψαντά μ᾽ ἐκσῶσαι δόμους.
ἀλλ᾽ ἢ τέθνηκεν, ἢ τὰ τῶν διακόνων,
ὡς εἰκός, οἶμαι, τοὐμὸν ἐν σμικρῷ μέρει
ποιούμενοι τὸν οἴκαδ᾽ ἤπειγον στόλον.
500νῦν δ᾽, ἐς σὲ γὰρ πομπόν τε καὐτὸν ἄγγελον
ἥκω, σὺ σῶσον, σύ μ᾽ ἐλέησον, εἰσορῶν
ὡς πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς
κεῖται παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θάτερα.
χρὴ δ᾽ ἐκτὸς ὄντα πημάτων τὰ δείν᾽ ὁρᾶν,
505χὥταν τις εὖ ζῇ, τηνικαῦτα τὸν βίον
σκοπεῖν μάλιστα μὴ διαφθαρεὶς λάθῃ.


ΦΙΛ. Μα σε ξορκίζω στ᾽ όνομα, παιδί μου,
του πατέρα σου και της μητέρας σου,
ή αν έχεις κι άλλο π᾽ αγαπάς στον κόσμο,
470λυπήσου με και μη μ᾽ αφήσεις έτσι
μονάχο κι έρμο μες σ᾽ αυτή που βλέπεις
τη συφορά και σ᾽ όσα έχεις μου ακούσει
που με ζώνουν κακά. Βάλε με κάπου
σαν παραφόρτι. Ενόχληση μεγάλη
θα᾽ ναι, το ξέρω, το κουβάλημά μου,
μα υπόφερέ την· οι ευγενείς οι φύσεις
μισούν τα αισχρά και για δόξα τους το ᾽χουν
να κάνουν το καλό· μ᾽ αν δεν θελήσεις
να το κάμεις αυτό, θα ᾽ναι για σένα
όχι μικρή ντροπή, ενώ αν με πάρεις,
πόση θενά ᾽ναι η δόξα σου, παιδί μου,
αν έρθω ζωντανός ξανά στην Οίτη!
Κάμε καρδιά, έλα λοιπόν, δε θα ᾽ναι
480ο μόχτος σου ούτε μιας ακέριας μέρας·
πέταξέ με όπου θες· στ᾽ αμπάρι κάτω,
στην πρύμνα, στην πλώρη, παντού που θα ᾽ταν
να βάραινα λιγότερο τους άλλους·
πες το το ναι, αποφάσισ᾽ το, σε ορκίζω
στον ίδιο τον Ικέσιο το Δία.
Πέφτω εμπρός σου στα γόνατα κι ας είμαι
σακατεμένος και χωλός, ο μαύρος,
και μη μ᾽ αφήσεις έτσι εδώ, μονάχο
κι έρμο μακριά από κάθε χνάρι ανθρώπου·
μα σώσε με κι ή πάρε με μαζί σου
στον τόπο σου ή σε κάποιο απ᾽ τα λιμάνια
της Εύβοιας, του Χαλκώδοντα, που εκείθε
490δε θα ᾽ν᾽ μακρύ το πέρασμα ως την Οίτη
και στης Τραχίνας τα βουνά και τ᾽ άγια
νερά του Σπερχειού. Δώσε με πίσω
στο γέρο μου πατέρα, αν και φοβούμαι
μήπως τον έχω από καιρό πια χάσει·
γιατί συχνά μ᾽ όλους εδώ που ερχόνταν
μ᾽ απελπισμένες δέησες του μηνούσα,
ή νά ᾽ρθει ο ίδιος με καράβι, ή στείλει
να με πάρει απ᾽ εδώ και με γλιτώσει·
μα ή έχει πεθάνει ή, ίσως, καθώς είναι
και φυσικό, κάθ᾽ άλλο ή τη δική μου
να ᾽χαν την έγνοια αυτοί και θα βιαζόνταν
μια ώρα πιο μπρος στον τόπο τους να φτάσουν·
τώρα σε σένα κρέμομαι, να γίνεις
500ο ίδιος και κομιστής και μηνυτής μου,
συ σώσε, συ σπλαχνίσου με, στοχάσου
πως πάντα στέκει ο άνθρωπος σε φόβο
και κίντυνο, ναι μεν και να ευτυχήσει,
μα πάλι και το ενάντιο να του τύχει·
πρέπει λοιπόν, όταν κανείς είν᾽ έξω
από τα κακά, τη δυστυχία να βλέπει
που μπορεί νά ᾽ρθει· κι όταν ζει ευτυχής,
τότε προπάντων να ᾽χει και το νου του
μην πάει χαμένη ξαφνικά η ζωή του.