Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Ἀντιγόνη (1091-1114)


ΧΟ. ἁνήρ, ἄναξ, βέβηκε δεινὰ θεσπίσας.
ἐπιστάμεσθα δ᾽, ἐξ ὅτου λευκὴν ἐγὼ
τήνδ᾽ ἐκ μελαίνης ἀμφιβάλλομαι τρίχα,
μή πώ ποτ᾽ αὐτὸν ψεῦδος ἐς πόλιν λακεῖν.
1095ΚΡ. ἔγνωκα καὐτὸς καὶ ταράσσομαι φρένας·
τό τ᾽ εἰκαθεῖν γὰρ δεινόν, ἀντιστάντα δὲ
ἄτῃ πατάξαι θυμὸν ἐν δεινῷ πάρα.
ΧΟ. εὐβουλίας δεῖ, παῖ Μενοικέως, λαβεῖν.
ΚΡ. τί δῆτα χρὴ δρᾶν; φράζε· πείσομαι δ᾽ ἐγώ.
1100ΧΟ. ἐλθὼν κόρην μὲν ἐκ κατώρυχος στέγης
ἄνες, κτίσον δὲ τῷ προκειμένῳ τάφον.
ΚΡ. καὶ ταῦτ᾽ ἐπαινεῖς καὶ δοκεῖς παρεικαθεῖν;
ΧΟ. ὅσον γ᾽, ἄναξ, τάχιστα· συντέμνουσι γὰρ
θεῶν ποδώκεις τοὺς κακόφρονας Βλάβαι.
1105ΚΡ. οἴμοι· μόλις μέν, καρδίας δ᾽ ἐξίσταμαι
τὸ δρᾶν· ἀνάγκῃ δ᾽ οὐχὶ δυσμαχητέον.
ΧΟ. δρᾶ νυν τάδ᾽ ἐλθὼν μηδ᾽ ἐπ᾽ ἄλλοισιν τρέπε.
ΚΡ. ὧδ᾽ ὡς ἔχω στείχοιμ᾽ ἄν· ἴτ᾽ ἴτ᾽ ὀπάονες,
οἵ τ᾽ ὄντες οἵ τ᾽ ἀπόντες, ἀξίνας χεροῖν
1110ὁρμᾶσθ᾽ ἑλόντες εἰς ἐπόψιον τόπον.
ἐγὼ δ᾽, ἐπειδὴ δόξα τῇδ᾽ ἐπεστράφη,
αὐτός τ᾽ ἔδησα καὶ παρὼν ἐκλύσομαι.
δέδοικα γὰρ μὴ τοὺς καθεστῶτας νόμους
ἄριστον ᾖ σῴζοντα τὸν βίον τελεῖν.


ΧΟΡ. Έφυγε ο μάντης, βασιλιά, αφού είπε
φοβερές προφητείες, και ξέρομε όλοι,
από τότε που αυτές φορώ τις άσπρες
αντί τις μαύρες τρίχες, πως ως τώρα
ψέμα ποτέ δεν είπε αυτός στην πόλη.
ΚΡΕ. Κι εγώ το ξέρω και ταράζεται
ο νους μου· γιατί και να υποχωρήσω
τρομερό θα ᾽ταν, μα κι αν επιμείνω,
είναι φόβος σε συφορά μην πέσω.
ΧΟΡ. Χρειάζεται γνώση, γιε του Μενοικέα.
ΚΡΕ. Και τί πρέπει λοιπόν να κάμω; Πε μου
και θα σ᾽ ακούσω εγώ. ΧΟΡ. Να πας να βγάλεις
1100την κόρη απ᾽ την υπόγεια φυλακή της,
και τον άταφο θάψε ευτύς σε μνήμα.
ΚΡΕ. Έτσι το εγκρίνεις κι είσαι της ιδέας
να υποχωρήσω; ΧΟΡ. Κι όσο, βασιλιά μου,
πιο γρήγορα μπορείς, γιατί προφταίνουν
τους άμυαλους γοργές των θεών οι Βλάβες.
ΚΡΕ. Αλίμονο, με κόπο, μα όμως το κάνω
κι απ᾽ την απόφασή μου παραιτιούμαι,
γιατί κανείς δεν πρέπει να τα βάζει
με την ανάγκη. ΧΟΡ. Λοιπόν τρέξε ο ίδιος
και μην τ᾽ αφήσεις αυτά πάνω σ᾽ άλλους.
ΚΡΕ. Έτσι όπως είμαι φεύγω· τρέχτε, δούλοι,
όσ᾽ είστε και δεν είστε, πάρτε αξίνες
στα χέρια και τραβάτε ευτύς στο μέρος
1110που βλέπετ᾽ εκεί πέρα· κι εγώ τώρα,
μια που έτσι άλλαξα γνώμη, πάω ο ίδιος
να τη βγάλω αποκεί· γιατί φοβούμαι
μη δεν είν᾽ το καλύτερο να ζούμε
φυλάγοντας τους νόμους που ᾽ναι για όλους.


ΧΟΡ. Έφυγε ο γέρος, βασιλιά, με προφητείες φριχτές
κι όλοι μας ξέρουμε, απ᾽ τον καιρό που οι τρίχες μάς γενήκαν από μαύρες άσπρες,
πως ποτέ του αυτός στην πολιτεία δεν ήρθε να λαλήσει ψέμα.
ΚΡΕ. Το είδα κι εγώ και μου ταράζει την ψυχή.
Κακό είναι να υποχωρεί κανείς,
αλλά και κείνος π᾽ αντιστέκεται
είναι κοντά η συμφορά που θα τονε λυπήσει.
ΧΟΡ. Τώρα χρειάζεται καλή σκέψη, γιε του Μενοικέως, Κρέων.
ΚΡΕ. Τί πρέπει να κάνω, πες μου, κι εγώ θ᾽ ακούσω.
1100ΧΟΡ. Πήγαινε και βγάλε το κορίτσι απ᾽ το βαθύσκαφτο σπίτι,
και κάνε τάφο του παραριγμένου.
ΚΡΕ. Και το βρίσκεις αυτό καλό; Λες να πάω πίσω;
ΧΟΡ. Όσο μπορείς πιο γλήγορα, βασιλιά μου, επειδή
οι τιμωρίες των θεών γοργόποδες προκάνουν όσους θέλουν το κακό.
ΚΡΕ. Οϊμένα, μόλις το μπορώ,
μα η καρδιά με σπρώχνει να το κάνω·
με την ανάγκη δεν θέλω να μπω σε κακό πόλεμο.
ΧΟΡ. Έλα, κάνε τώρα αυτά και μην πάει ο νους σου σ᾽ άλλο.
ΚΡΕ. Καθώς είμαι πηγαίνω.
Ελάτε, ελάτε, όσοι μ᾽ ακολουθάτε
και όσοι είν᾽ εδώ μπροστά, και όσοι λείπουν.
Πάρτε αξίνες στα χέρια και τρέξετε
1110στο μέρος το απόμακρο . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
εγώ, αφού μια και άλλαξα τη γνώμη,
όπως ο ίδιος έδεσα
έτσι και θα λύσω,
γιατί φοβάμαι μην είναι το καλύτερο
τη ζήση του να περνάει κανείς
βαστώντας τους βαλμένους νόμους.
(φεύγει ο Κρέων)


ΚΟΡ. Έφυγε ο γέρος, βασιλιά, με τέτοιες προφητείες!
Μα εμείς το ξέρομε καλά, αφότου ήμουνα νέος,
τότε που τ᾽ άσπρα μου μαλλιά ήταν ακόμη μαύρα,
πως δεν προφήτεψε ποτέ ψέμα στη πολιτεία.

ΚΡΕ. Το ξέρω και ταράζομαι και τρέμω στην καρδιά μου.
Γιατί είναι βέβαια φοβερό και το να υποχωρήσω·
αν όμως πάλι αντισταθώ, θα βρω τη δυστυχία.
ΚΟΡ. Χρειάζεται τώρα φρόνηση, ω γιε του Μενοικέα!
ΚΡΕ. Και τί να κάμω το λοιπόν; λέγε, και θα σ᾽ ακούσω.
1100ΚΟΡ. Από το υπόγειο σπίτι της, τρέξε, βγάλε την κόρη·
και χτίσε τάφον έπειτα και στον απορριχμένο.
ΚΡΕ. Με συμβουλεύεις το λοιπόν τώρα να υποχωρήσω;
ΚΟΡ. Ω βασιλιά μου, μην αργείς! Γιατί οι θεοί προφταίνουν,
με παιδεμούς γοργόποδους, τους πονηρούς στον δρόμο.
ΚΡΕ. Αλίμονό μου! αθέλητα τη γνώμη μου θ᾽ αλλάξω,
για να το κάμω τώρα αυτό· μα σκύβω — στην ανάγκη.
ΚΟΡ. Πήγαινε, τρέξε, κάμε το, σ᾽ άλλους μην τ᾽ αναθέτεις.
ΚΡΕ. Θα τρέξω αμέσως το λοιπόν. (Φωνάζει) Ελάτε, ελάτε, δούλοι,
1110όσοι είσαστε και βρίσκεστε, πάμε σ᾽ αυτόν τον τόπο
και πάρετε στα χέρια σας αξίνες να βαστάτε.
Μα εγώ, εγώ που την έδεσα, θα την ελευτερώσω.
Γιατί φοβούμαι τωραδά πως κάλλια μπορεί να ᾽ναι
πάντα να σέβεται κανείς τους νόμους οπού βρήκε!
(Φεύγει βιαστικά· τον ακολουθούν δούλοι με όπλα και χωρίς.
Μόνο οι γέροντες μένουν στη σκηνή)