Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Ἀντιγόνη (766-780)


ΧΟ. ἁνὴρ, ἄναξ, βέβηκεν ἐξ ὀργῆς ταχύς·
νοῦς δ᾽ ἐστὶ τηλικοῦτος ἀλγήσας βαρύς.
ΚΡ. δράτω, φρονείτω μεῖζον ἢ κατ᾽ ἄνδρ᾽ ἰών·
τὼ δ᾽ οὖν κόρα τώδ᾽ οὐκ ἀπαλλάξει μόρου.
770ΧΟ. ἄμφω γὰρ αὐτὼ καὶ κατακτεῖναι νοεῖς;
ΚΡ. οὐ τήν γε μὴ θιγοῦσαν· εὖ γὰρ οὖν λέγεις.
ΧΟ. μόρῳ δὲ ποίῳ καί σφε βουλεύῃ κτανεῖν;
ΚΡ. ἄγων ἐρῆμος ἔνθ᾽ ἂν ᾖ βροτῶν στίβος
κρύψω πετρώδει ζῶσαν ἐν κατώρυχι,
775φορβῆς τοσοῦτον ὡς ἄγος μόνον προθείς,
ὅπως μίασμα πᾶσ᾽ ὑπεκφύγῃ πόλις.
κἀκεῖ τὸν Ἅιδην, ὃν μόνον σέβει θεῶν,
αἰτουμένη που τεύξεται τὸ μὴ θανεῖν,
ἢ γνώσεται γοῦν ἀλλὰ τηνικαῦθ᾽ ὅτι
780πόνος περισσός ἐστι τὰν Ἅιδου σέβειν.


ΧΟΡ. Ακράτητος απ᾽ την οργή του ο νέος
έφυγε, βασιλιά, κι η απελπισία
επίφοβη στην ηλικία του είναι.
ΚΡΕ. Ας κάμει, ας πάει να κατεβάσει ο νους του
ό,τι δε δύνεται άνθρωπος, μα τούτες
τις κόρες δε θα σώσει από το Χάρο.
ΧΟΡ. Αλήθεια και τις δυο το ᾽χεις στο νου σου
770να θανατώσεις; ΚΡΕ. Βέβαια, όχι και κείνη
που δεν άγγιξε χέρι· κι έχεις δίκιο.
ΧΟΡ. Και με τί τρόπο σκέπτεσαι την άλλη
να θανατώσεις; ΚΡΕ. Θα την οδηγήσω
σ᾽ έρημο δρόμο απάτητο από ανθρώπους
και ζωντανή θενα την κλείσω μέσα
σ᾽ ένα πέτρινο υπόγειο, βάζοντάς της
τόση τροφή μόν᾽ όσο για το κρίμα,
για ν᾽ αποφύγει το μίασμα όλ᾽ η χώρα·
και κει τον Άδη, που μονάχ᾽ απ᾽ όλους
λατρεύει τους θεούς, παρακαλώντας,
ίσως πετύχει και να μην πεθάνει·
ή αλλιώς να μάθει, τότε καν, πως είναι
780περιττός κόπος των νεκρών το σέβας.


ΧΟΡ. Έφυγ᾽ ο νέος, βασιλιά, με βια απ᾽ τον θυμό του,
και βαριά γνώμη έχει σαν πονέσει τέτοιος νους.
ΚΡΕ. Ας κάνει. Και δεν πάει να σοφισθεί και πιο μεγαλύτερα
από όσα είναι των ανθρώπων; τα κορίτσ᾽ αυτά δεν θα τα ξεγλιτώσει
από την τύχη τους.
770ΧΟΡ. Και τις δυο λοιπόν εννοείς να τις σκοτώσεις;
ΚΡΕ. Όχι αυτήνα που το χέρι της δεν έβαλε, καλά που μου το λες.
ΧΟΡ. Και τί θάνατο της άλλης σκοπεύεις να της δώσεις;
ΚΡΕ. Θα την πάω κατά πού ο δρόμος των ανθρώπων χάνεται —στην ερημιά—
και θα την κλείσω ζωντανή στο κατώι σκυμμένη στον βράχο
ρίχνοντάς την τόση τροφή όση θέλει το κρίμα της
για να γλιτώσει η πολιτεία όλη απ᾽ τη λέρα.
Κι εκεί τον Άδη, που μονάχα σέβεται απ᾽ όλους τους θεούς,
ας τον παρακαλέσει, κι ίσως καταφέρει να μην πεθάνει·
ή να νιώσει πια, και αν είν᾽ κι αργά, ότι πάει κόπος χαμένος
780να δίνει κανείς τιμή σ᾽ όσους είναι στον Άδη.


ΚΟΡ. Τώρ᾽ αυτός φεύγει, βασιλιά, απ᾽ τον θυμό αναμμένος.
Μα μια ψυχή που πόνεσε τόσο πολύ είναι τρόμος!
ΚΡΕ. Ας κάμει αυτός ό,τι μπορεί· κι αν έχει περηφάνια
που να ᾽ναι κι υπεράνθρωπη, πάλι δεν θα γλιτώσει
απ᾽ την κακή τη μοίρα τους αυτές τις δυο τις κόρες!
770ΚΟΡ. Θα τις σκοτώσεις και τις δυο;
ΚΡΕ. (αφού σκεφτεί) Όχι βέβαια κι εκείνην
οπού δεν άγγισε σ᾽ αυτά· μα αυτό καλά λες βέβαια.
ΚΟΡ. Και με ποιό θάνατο λοιπόν θέλεις να τη σκοτώσεις;
ΚΡΕ. Έξω απ᾽ την πόλη αυτήν, εκεί, σ᾽ έρημο μονοπάτι,
θα τηνε κλείσω ζωντανή σε πέτρινο κατώγι!
Και θα της βάλω και τροφήν, όση μονάχα πρέπει
για να μη βρει το κρίμα της όλη την πολιτεία.
Τον Άδη ας περικαλεί, που μόνο αυτόν λατρεύει,
κι ίσως πετύχει κι απ᾽ αυτόν εκεί να μην πεθάνει·
θα μάθει όμως τουλάχιστο πως είναι άδικος κόπος
780μόνο να σέβεται κανείς αυτούς που ᾽ναι στον Άδη.
(Βγαίνει με τους οπλοφόρους)