Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τραχίνιαι (1193-1237)


ΗΡ. ἐνταῦθά νυν χρὴ τοὐμὸν ἐξάραντά σε
σῶμ᾽ αὐτόχειρα καὶ ξὺν οἷς χρῄζεις φίλων,
1195πολλὴν μὲν ὕλην τῆς βαθυρρίζου δρυὸς
κείραντα, πολλὸν δ᾽ ἄρσεν᾽ ἐκτεμόνθ᾽ ὁμοῦ
ἄγριον ἔλαιον, σῶμα τοὐμὸν ἐμβαλεῖν,
καὶ πευκίνης λαβόντα λαμπάδος σέλας
πρῆσαι. γόου δὲ μηδὲν εἰσίτω δάκρυ,
1200ἀλλ᾽ ἀστένακτος κἀδάκρυτος, εἴπερ εἶ
τοῦδ᾽ ἀνδρός, ἔρξον· εἰ δὲ μή, μενῶ σ᾽ ἐγὼ
καὶ νέρθεν ὢν ἀραῖος εἰσαεὶ βαρύς.
ΥΛ. οἴμοι, πάτερ, τί εἶπας; οἷά μ᾽ εἴργασαι.
ΗΡ. ὁποῖα δραστέ᾽ ἐστίν· εἰ δὲ μή, πατρὸς
1205ἄλλου γενοῦ του μηδ᾽ ἐμὸς κληθῇς ἔτι.
ΥΛ. οἴμοι μάλ᾽ αὖθις, οἷά μ᾽ ἐκκαλῇ, πάτερ,
φονέα γενέσθαι καὶ παλαμναῖον σέθεν.
ΗΡ. οὐ δῆτ᾽ ἔγωγ᾽, ἀλλ᾽ ὧν ἔχω παιώνιον
καὶ μοῦνον ἰατῆρα τῶν ἐμῶν κακῶν.
1210ΥΛ. καὶ πῶς ὑπαίθων σῶμ᾽ ἂν ἰῴμην τὸ σόν;
ΗΡ. ἀλλ᾽ εἰ φοβῇ πρὸς τοῦτο, τἄλλα γ᾽ ἔργασαι.
ΥΛ. φορᾶς γέ τοι φθόνησις οὐ γενήσεται.
ΗΡ. ἦ καὶ πυρᾶς πλήρωμα τῆς εἰρημένης;
ΥΛ. ὅσον γ᾽ ἂν αὐτὸς μὴ ποτιψαύων χεροῖν·
1215τὰ δ᾽ ἄλλα πράξω κοὐ καμῇ τοὐμὸν μέρος.
ΗΡ. ἀλλ᾽ ἀρκέσει καὶ ταῦτα· πρόσνειμαι δέ μοι
χάριν βραχεῖαν πρὸς μακροῖς ἄλλοις διδούς.
ΥΛ. εἰ καὶ μακρὰ κάρτ᾽ ἐστίν, ἐργασθήσεται.
ΗΡ. τὴν Εὐρυτείαν οἶσθα δῆτα παρθένον;
1220ΥΛ. Ἰόλην ἔλεξας, ὥς γ᾽ ἐπεικάζειν ἐμέ.
ΗΡ. ἔγνως. τοσοῦτον δή σ᾽ ἐπισκήπτω, τέκνον·
ταύτην, ἐμοῦ θανόντος, εἴπερ εὐσεβεῖν
βούλῃ, πατρῴων ὁρκίων μεμνημένος,
προσθοῦ δάμαρτα, μηδ᾽ ἀπιστήσῃς πατρί·
1225μηδ᾽ ἄλλος ἀνδρῶν τοῖς ἐμοῖς πλευροῖς ὁμοῦ
κλιθεῖσαν αὐτὴν ἀντὶ σοῦ λάβοι ποτέ,
ἀλλ᾽ αὐτός, ὦ παῖ, τοῦτο κήδευσον λέχος.
πιθοῦ· τὸ γάρ τοι μεγάλα πιστεύσαντ᾽ ἐμοὶ
σμικροῖς ἀπιστεῖν τὴν πάρος συγχεῖ χάριν.
1230ΥΛ. οἴμοι. τὸ μὲν νοσοῦντι θυμοῦσθαι κακόν,
τὸ δ᾽ ὧδ᾽ ὁρᾶν φρονοῦντα τίς ποτ᾽ ἂν φέροι;
ΗΡ. ὡς ἐργασείων οὐδὲν ὧν λέγω θροεῖς.
ΥΛ. τίς γάρ ποθ᾽, ἥ μοι μητρὶ μὲν θανεῖν μόνη
μεταίτιος, σοί τ᾽ αὖθις ὡς ἔχεις ἔχειν,
1235τίς ταῦτ᾽ ἄν, ὅστις μὴ ᾽ξ ἀλαστόρων νοσοῖ,
ἕλοιτο; κρεῖσσον κἀμέ γ᾽, ὦ πάτερ, θανεῖν
ἢ τοῖσιν ἐχθίστοισι συνναίειν ὁμοῦ.


ΗΡΑ. Εκεί λοιπόν πρέπει να με σηκώσεις
και να με πας με τα δικά σου χέρια
και μαζί μ᾽ όποιους φίλους σου θελήσεις·
κι αφού άφθονη ξυλεία πελεκήσεις
βαθύρριζης βαλανιδιάς και κόψεις
μαζί και σκληρές αγριλιές, να βάλεις
απάνω το κορμί μου και ν᾽ ανάψεις
την πυρά με φωτιά πεύκινης δάδας,
δίχως να κλάψεις και να χύσεις δάκρυ,
1200μα αστέναχτος κι αδάκρυτος, αν είσαι
δικός μου γιος, αυτά που λέω να κάμεις·
αλλιώς και κάτω από τη γη που θα ᾽μαι
θα σε βαραίνει αιώνια η κάταρά μου.
ΥΛΛ. Οϊμένα, τί ᾽πες; τί ᾽ναι αυτό, πατέρα,
που μὄχεις κάμει; ΗΡΑ. Σού ειπ᾽ αυτά που πρέπει
να κάμεις· ειδεμή, όποιον άλλο θέλεις
έχε πατέρα, και να μη σε λένε
δικό μου πια. ΥΛΛ. Οϊμένα μου και πάλι·
τί μου ζητάς, πατέρα μου; να γίνω
φονιάς θεοκατάρατος δικός σου;
ΗΡΑ. Καθόλου, μα σωτήρας μου και μόνος
γιατρός μου απ᾽ τα μαρτύρια πὄχω.
ΥΛΛ. Και πώς, καίοντας το σώμα, θα μπορούσε
1210να σε γιατρέψω; ΗΡΑ. Αλλ᾽ αν σ᾽ αυτό έχεις φόβο,
κάμε τ᾽ άλλα τουλάχιστο. ΥΛΛ. Για να σε πάω
εκεί που θες, δε θ᾽ αρνηθώ καθόλου.
ΗΡΑ. Ούτε και να σωριάσεις, καθώς σού ειπα,
τα ξύλα της πυράς μου; ΥΛΛ. Φτάνει μόνο
να μη γγίξω το χέρι μου εγώ ο ίδιος,
όλα τ᾽ άλλα θα κάμω κι ως για μένα
παράπονο δε θα ᾽χεις. ΗΡΑ. Μα και τόσο
θα ᾽ναι αρκετό· μονάχα μιαν ακόμα
πρόστεσε μικρή χάρη στις μεγάλες
που μου ᾽καμες τις άλλες. ΥΛΛ. Όποια και να ᾽ναι,
κι η πιο μεγάλη ακόμα, θενα γίνει.
ΗΡΑ. Ξέρεις την κόρη βέβαια του Ευρύτου —
1220ΥΛΛ. Λες την Ιόλη, καθώς υποθέτω.
ΗΡΑ. Αυτήν. Λοιπόν, νά τί σου παραγγέλλω,
παιδί μου: Αφού πεθάνω εγώ, αν θέλεις
να ᾽σαι ευσεβής, θυμάμενος τους όρκους
που έδωσες στον πατέρα σου, να πάρεις
την κόρη αυτή γυναίκα σου· και κοίτα
να μη μου παρακούσεις· κανείς άλλος
στον κόσμο, έξω από σένα, μην την πάρει
αυτήν, πὄχει πλαγιάσει στο πλευρό μου,
μα μόνο εσύ το γάμο αυτό να κάμεις.
Μη μου τ᾽ αρνιέσαι· γιατ᾽ ενώ σε τόσα
μου υπάκουσες μεγάλα, αν παρακούσεις
στα μικρά, θενα κάμεις κι όλ᾽ η χάρη,
που κέρδισες πρώτα, να πάει χαμένη.
ΥΛΛ. Αλίμονο, κακό ειναι να θυμώνει
1230μ᾽ ένα άρρωστο κανείς, μα και ποιός πάλι
θα υπόφερε να βλέπει να ᾽χει τέτοιες
στο νου του ιδέες; ΗΡΑ. Μιλάς σαν να μην το ᾽χεις
διάθεση να κάμεις τίποτα
απ᾽ όσα λέω. ΥΛΛ. Γιατί, ποιός θα μπορούσε
εκείνη που ᾽ναι η καταμόνη αιτία
να σκοτωθεί η μητέρα μου, και να ᾽σαι
και συ σ᾽ αυτή την κατάσταση πού εισαι,
ποιός ποτέ θα μπορούσε, εκτός αν έχει
βλαμμένο απ᾽ τα δαιμόνια το νου του,
να την πάρει γυναίκα του; μα κάλλιο
να πέθαινα, πατέρα μου, κι εγώ,
παρά να ζω κάτω απ᾽ την ίδια στέγη
μαζί με τους χειρότερους εχθρούς μου.