Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Ἠλέκτρα (385-430)


385ΗΛ. ἦ ταῦτα δή με καὶ βεβούλευνται ποεῖν;
ΧΡ. μάλισθ᾽· ὅταν περ οἴκαδ᾽ Αἴγισθος μόλῃ.
ΗΛ. ἀλλ᾽ ἐξίκοιτο τοῦδέ γ᾽ οὕνεκ᾽ ἐν τάχει.
ΧΡ. τίν᾽, ὦ τάλαινα, τόνδ᾽ ἐπηράσω λόγον,
ΗΛ. ἐλθεῖν ἐκεῖνον, εἴ τι τῶνδε δρᾶν νοεῖ.
390ΧΡ. ὅπως πάθῃς τί χρῆμα; ποῦ ποτ᾽ εἶ φρενῶν;
ΗΛ. ὅπως ἀφ᾽ ὑμῶν ὡς προσώτατ᾽ ἐκφύγω.
ΧΡ. βίου δὲ τοῦ παρόντος οὐ μνείαν ἔχεις;
ΗΛ. καλὸς γὰρ οὑμὸς βίοτος ὥστε θαυμάσαι.
ΧΡ. ἀλλ᾽ ἦν ἄν, εἰ σύ γ᾽ εὖ φρονεῖν ἠπίστασο.
395ΗΛ. μή μ᾽ ἐκδίδασκε τοῖς φίλοις εἶναι κακήν.
ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐ διδάσκω· τοῖς κρατοῦσι δ᾽ εἰκαθεῖν.
ΗΛ. σὺ ταῦτα θώπευ᾽· οὐκ ἐμοὺς τρόπους λέγεις.
ΧΡ. καλόν γε μέντοι μὴ ᾽ξ ἀβουλίας πεσεῖν.
ΗΛ. πεσούμεθ᾽, εἰ χρή, πατρὶ τιμωρούμενοι.
400ΧΡ. πατὴρ δὲ τούτων, οἶδα, συγγνώμην ἔχει.
ΗΛ. ταῦτ᾽ ἐστὶ τἄπη πρὸς κακῶν ἐπαινέσαι.
ΧΡ. σὺ δ᾽ οὐχὶ πείσῃ καὶ συναινέσεις ἐμοί;
ΗΛ. οὐ δῆτα. μή πω νοῦ τοσόνδ᾽ εἴην κενή.
ΧΡ. χωρήσομαί τἄρ᾽ οἷπερ ἐστάλην ὁδοῦ.
405ΗΛ. ποῖ δ᾽ ἐμπορεύῃ; τῷ φέρεις τάδ᾽ ἔμπυρα;
ΧΡ. μήτηρ με πέμπει πατρὶ τυμβεῦσαι χοάς.
ΗΛ. πῶς εἶπας; ἦ τῷ δυσμενεστάτῳ βροτῶν;
ΧΡ. ὃν ἔκταν᾽ αὐτή· τοῦτο γὰρ λέξαι θέλεις.
ΗΛ. ἐκ τοῦ φίλων πεισθεῖσα; τῷ τοῦτ᾽ ἤρεσεν;
410ΧΡ. ἐκ δείματός του νυκτέρου, δοκεῖν ἐμοί.
ΗΛ. ὦ θεοὶ πατρῷοι, συγγένεσθέ γ᾽ ἀλλὰ νῦν.
ΧΡ. ἔχεις τι θάρσος τοῦδε τοῦ τάρβους πέρι;
ΗΛ. εἴ μοι λέγεις τὴν ὄψιν, εἴποιμ᾽ ἂν τότε.
ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐ κάτοιδα πλὴν ἐπὶ σμικρὸν φράσαι.
415ΗΛ. λέγ᾽ ἀλλὰ τοῦτο. πολλά τοι σμικροὶ λόγοι
ἔσφηλαν ἤδη καὶ κατώρθωσαν βροτούς.
ΧΡ. λόγος τις αὐτήν ἐστιν εἰσιδεῖν πατρὸς
τοῦ σοῦ τε κἀμοῦ δευτέραν ὁμιλίαν
ἐλθόντος ἐς φῶς· εἶτα τόνδ᾽ ἐφέστιον
420πῆξαι λαβόντα σκῆπτρον οὑφόρει ποτὲ
αὐτός, τανῦν δ᾽ Αἴγισθος· ἐκ δὲ τοῦδ᾽ ἄνω
βλαστεῖν βρύοντα θαλλόν, ᾧ κατάσκιον
πᾶσαν γενέσθαι τὴν Μυκηναίων χθόνα.
τοιαῦτά του παρόντος, ἡνίχ᾽ Ἡλίῳ
425δείκνυσι τοὔναρ, ἔκλυον ἐξηγουμένου.
πλείω δὲ τούτων οὐ κάτοιδα, πλὴν ὅτι
πέμπει με κείνη τοῦδε τοῦ φόβου χάριν.
πρός νυν θεῶν σε λίσσομαι τῶν ἐγγενῶν
ἐμοὶ πιθέσθαι μηδ᾽ ἀβουλίᾳ πεσεῖν·
430εἰ γάρ μ᾽ ἀπώσῃ, σὺν κακῷ μέτει πάλιν.


ΗΛΕ. Αλήθεια, αυτό να μου κάμουν σκοπεύουν;
ΧΡΥ. Κι ευτύς μάλιστα που ο Αίγιστος γυρίσει.
ΗΛΕ. Μ᾽ αν είν᾽ γι᾽ αυτό, μια ώρα πιο μπρος κι ας έρθει.
ΧΡΥ. Τί ᾽ν᾽ αυτά, δύστυχη, που καταριέσαι
του εαυτού σου; ΗΛΕ. Να ᾽ρθει, αν πράγματι έχει
στο νου του να το κάμει. ΧΡΥ. Για να πάθεις
390τί πράμα; μα έχασες το νου σου αλήθεια;
ΗΛΕ. Για να φύγω όσο πιο μπορεί μακριά σας.
ΧΡΥ. Μα έτσι αψηφάς την τωρινή ζωή σου;
ΗΛΕ. Ωραία ζωή, για να τηνε ζηλεύεις!
ΧΡΥ. Θα ᾽ταν αλλιώς, αν ήξερες μονάχα
να ᾽σουν πιο λογική. ΗΛΕ. Μη με διδάσκεις
τους φίλους να προδίδω. ΧΡΥ. Δε διδάσκω
αυτό, μα να υπακούεις στους άρχοντές σου.
ΗΛΕ. Για σέν᾽ αφήνω αυτές τις κολακείες·
για το δικό μου φυσικό δεν είναι.
ΧΡΥ. Μά ειναι καλό και να μη χάνεσ᾽ έτσι
από αμυαλιά. ΗΛΕ. Και να χαθούμε ακόμα,
αν είν᾽ ανάγκη, για να εκδικηθούμε
τον πατέρα μας. ΧΡΥ. Όμως, ξέρω· εκείνος
400το συγχωρεί όπως φέρνομαι. ΗΛΕ. Μονάχα
κακοί μπορούν μ᾽ αυτό να συμφωνήσουν
που λες. ΧΡΥ. Λοιπόν, δε θέλεις να πειστείς
ν᾽ ακολουθήσεις το παράδειγμά μου;
ΗΛΕ. Μα βέβαια κι όχι θεός να μην το δίνει
να χάσω τόσο τα μυαλά μου. ΧΡΥ. Τότε
λοιπόν κι εγώ εξακολουθώ το δρόμο
που ανάλαβα. ΗΛΕ. Για πού; σε ποιόν πηγαίνεις
τα νεκρικά αυτά πρόσφορα; ΧΡΥ. Η μητέρα
με στέλνει στου πατέρα μας τον τάφο
σπονδές να χύσω. ΗΛΕ. Πώς; τί λες; σπονδές
στον τάφο του ασπονδότερου του εχθρού της;
ΧΡΥ. Που έσφαξε με το χέρι της· δε θέλεις
αυτό να πεις; ΗΛΕ. Ποιός άνθρωπος δικός της
την παρακίνησε; από πού της ήρθ᾽ η ιδέα;
410ΧΡΥ. Από ᾽να σκιάσμα του ύπνου της, νομίζω.
ΗΛΕ. Ω των πατέρων μας θεοί, καν τώρα
με μας ελάτε! ΧΡΥ. Αυτός που πήρε ο τρόμος
στον ύπνο της, σου γεννά τάχα ελπίδες;
ΗΛΕ. Θα σου απαντούσα, αν μὄλεγες σαν τί ειδε.
ΧΡΥ. Καλά δεν ξέρω· κάτι, άκρες μέσες…
ΗΛΕ. Λέγε κι αυτό· πολλές φορές ως τώρα
μια μικρή λέξη κι έφτασε να ρίξει
ανθρώπους χάμω κι άλλη ορθούς να υψώσει.
ΧΡΥ. Λέγουν πως είδε τον πατέρα μας
στο φως να βγαίνει ξανά πάλι εμπρός της
και πως αυτός πήρε κι έμπηξε δίπλα
420στην εστία το σκήπτρο που κρατούσε
μια φορά ο ίδιος, τώρα ο Αίγιστος,
κι ευτύς πετάχτηκε ψηλά από κείνο
κλωνάρι φουντωτό, που όλη τη χώρα
των Μυκηναίων σκέπασ᾽ η σκιά του.
Αυτ᾽ άκουσα να τα δηγάται κάποιος
πού ηταν παρών, όταν στον Ήλιο εκείνη
βγήκε να δείξει τ᾽ όνειρό της· άλλα
δεν ξέρω περισσότερα, παρά ότι
με στέλνει απ᾽ την τρομάρ᾽ αυτή στον τάφο.
Μα στ᾽ όνομα λοιπόν των σπιτικών μας
σε ξορκίζω θεών, πείσου επιτέλους
και μην πας να χαθείς από αστοχιά σου·
γιατί αν θα μ᾽ αποκρούσεις τώρα, θά ᾽ρθει
430η ώρα η κακή που πίσω μου θα τρέχεις.