Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (571-618)


ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐ ψεύδει τούτων γ᾽ οὐδέν, καίπερ σφόδρα βάσκανος οὖσα.
ἀτὰρ οὐχ ἧττόν γ᾽ οὐδὲν κλαύσει, —μηδὲν ταύτῃ γε κομήσῃς—,
ὁτιὴ ζητεῖς τοῦτ᾽ ἀναπείθειν ἡμᾶς, ὡς ἔστιν ἄμεινον
πενία πλούτου. ΠΕ. καὶ σύ γ᾽ ἐλέγξαι μ᾽ οὔπω δύνασαι περὶ τούτου,
575ἀλλὰ φλυαρεῖς καὶ πτερυγίζεις. ΧΡ. καὶ πῶς φεύγουσί σ᾽ ἅπαντες;
ΠΕ. ὅτι βελτίους αὐτοὺς ποιῶ. σκέψασθαι δ᾽ ἔστι μάλιστα
ἀπὸ τῶν παίδων· τοὺς γὰρ πατέρας φεύγουσι φρονοῦντας ἄριστα
αὐτοῖς. οὕτω διαγιγνώσκειν χαλεπὸν πρᾶγμ᾽ ἐστὶ δίκαιον.
ΧΡ. τὸν Δία φήσεις ἆρ᾽ οὐκ ὀρθῶς διαγιγνώσκειν τὸ κράτιστον·
580κἀκεῖνος γὰρ τὸν πλοῦτον ἔχει. ΒΛ. ταύτην δ᾽ ἡμῖν ἀποπέμπει.
ΠΕ. ἀλλ᾽, ὦ Κρονικαῖς λήμαις ὄντως λημῶντες τὰς φρένας ἄμφω,
ὁ Ζεὺς δήπου πένεται, καὶ τοῦτ᾽ ἤδη φανερῶς σε διδάξω.
εἰ γὰρ ἐπλούτει, πῶς ἂν ποιῶν τὸν Ὀλυμπικὸν αὐτὸς ἀγῶνα
ἵνα τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας ἀεὶ δι᾽ ἔτους πέμπτου ξυναγείρει,
585ἀνεκήρυττεν τῶν ἀσκητῶν τοὺς νικῶντας στεφανώσας
κοτίνου στεφάνῳ; καίτοι χρυσῷ μᾶλλον ἐχρῆν, εἴπερ ἐπλούτει.
ΧΡ. οὔκουν τούτῳ δήπου δηλοῖ τιμῶν τὸν πλοῦτον ἐκεῖνος;
φειδόμενος γὰρ καὶ βουλόμενος τούτου μηδὲν δαπανᾶσθαι,
λήροις ἀναδῶν τοὺς νικῶντας τὸν πλοῦτον ἐᾷ παρ᾽ ἑαυτῷ.
590ΠΕ. πολὺ τῆς πενίας πρᾶγμ᾽ αἴσχιον ζητεῖς αὐτῷ περιάψαι,
εἰ πλούσιος ὢν ἀνελεύθερός ἐσθ᾽ οὑτωσὶ καὶ φιλοκερδής.
ΧΡ. ἀλλὰ σέ ‹γ᾽› ὁ Ζεὺς ἐξολέσειεν κοτίνου στεφάνῳ στεφανώσας.
ΠΕ. τὸ γὰρ ἀντιλέγειν τολμᾶν ὑμᾶς ὡς οὐ πάντ᾽ ἔστ᾽ ἀγάθ᾽ ὑμῖν
διὰ τὴν πενίαν. ΧΡ. παρὰ τῆς Ἑκάτης ἔξεστιν τοῦτο πυθέσθαι,
595εἴτε τὸ πλουτεῖν εἴτε τὸ πεινῆν βέλτιον. φησὶ γὰρ αὕτη
τοὺς μὲν ἔχοντας καὶ πλουτοῦντας δεῖπνον κατὰ μῆν᾽ ἀποπέμπειν,
τοὺς δὲ πένητας τῶν ἀνθρώπων ἁρπάζειν πρὶν καταθεῖναι.
ἀλλὰ φθείρου καὶ μὴ γρύξῃς
ἔτι μηδ᾽ ὁτιοῦν.
600οὐ γὰρ πείσεις, οὐδ᾽ ἢν πείσῃς.
ΠΕ. ὦ πόλις Ἄργους, κλύεθ᾽ οἷα λέγει.
ΧΡ. Παύσωνα κάλει τὸν ξύσσιτον.
ΠΕ. τί πάθω τλήμων;
ΧΡ. ἔρρ᾽ ἐς κόρακας θᾶττον ἀφ᾽ ἡμῶν.
605ΠΕ. εἶμι δὲ ποῖ γῆς;
ΧΡ. εἰς τὸν κύφων᾽· ἀλλ᾽ οὐ μέλλειν
χρῆν σ᾽, ἀλλ᾽ ἁνύειν.
ΠΕ. ἦ μὴν ὑμεῖς γ᾽ ἔτι μ᾽ ἐνταυθοῖ
μεταπέμψεσθον.
610ΧΡ. τότε νοστήσεις· νῦν δὲ φθείρου.
κρεῖττον γάρ μοι πλουτεῖν ἐστιν,
σὲ δ᾽ ἐᾶν κλάειν μακρὰ τὴν κεφαλήν.
ΒΛ. νὴ Δί᾽ ἐγὼ γοῦν ἐθέλω πλουτῶν
εὐωχεῖσθαι μετὰ τῶν παίδων
615τῆς τε γυναικός, καὶ λουσάμενος
λιπαρὸς χωρῶν ἐκ βαλανείου
τῶν χειροτεχνῶν
καὶ τῆς πενίας καταπαρδεῖν.


ΧΡΕ. Είναι αλήθεια ό,τι λες, φαρμακόγλωσσα σημαδεμένη.
Αλλά μην κοκορεύεσαι, ξύλο θα φας της χρονιάς σου,
αφού ντε και καλά παριστάνεις τη φτώχεια καλύτερην
απ᾽ τον πλούτο. ΠΕΝ. Και συ δεν μπορείς ν᾽ αποδείξεις το ενάντιο.
Κοπανάς φρέσκο αέρα. ΧΡΕ. Γιατί σ᾽ αποφεύγουν οι πάντες;
ΠΕΝ. Προσπαθώ να τους κάνω καλύτερους. Πάρτε παράδειγμα
τα παιδιά. Δεν ακούν τον πατέρα τους τον μυαλωμένο.
Πράμα δύσκολο να ξεχωρίζει κανείς το σωστό!
ΧΡΕ. Σα να λες πως κι ο Δίας το σωστό δεν το ξέρει.
Πλούσιος είναι κι αυτός.
ΒΛΕ. (δείχνει την Πενία)
Και σ᾽ εμάς στέλνει ετούτη!580
ΠΕΝ. Βρε κρονόληροι, ξεμωραμένοι, μυαλά τσιμπλιασμένα,
θ᾽ αποδείξω πως είναι φτωχούλης ο Δίας, φως φανάρι.
Γιατί, πες μου, μαζεύει τους Έλληνες στην Ολυμπία
κάθε τέσσερα χρόνια απ᾽ ολούθες και στους νικητάδες
των αγώνων στεφάνι χαρίζει αγριλιάς; Αν πλουτούσε,
θα τους έδινε μαλαματένιο. ΧΡΕ. Μ᾽ αυτό του το φέρσιμο
δείχνει πόσο αγαπά τα λεφτά. Σφιχτοχέρης μεγάλος
το κρατάει το χρυσάφι για ελόγου του. Στα παλικάρια
δίνει πράσινα φύλλα. ΠΕΝ. Σε βλέπω ότι πας να κολλήσεις
στον πρωτόθεο χειρότερο ελάττωμα κι από τη φτώχεια:590
να ᾽ναι πάμπλουτος κι όμως πεντάρα να μη χαριτώνει.
ΧΡΕ. Η αστραπή να σε κάψει του Δία μ᾽ αγριλιά στεφανάτον!
ΠΕΝ. Με τί θράσος αρνιέσαι πως κάθε καλό σας σ᾽ εμένα
το χρωστάτε; ΧΡΕ. Να πας στην Εκάτη και ρώτα να μάθεις
απ᾽ τα δυο το καλύτερο ποιό να ᾽ναι; πλούτος ή φτώχεια;
Της αφήνουν οι πλούσιοι στο δρόμο ένα δείπνο το μήνα,
αλλά πριν τ᾽ αποθέσουν, τ᾽ αρπάζει ο φτωχός απ᾽ τα χέρια τους.
Άιντε χάσου, βρομερή,
χάσου και μη βγάνεις γρι.
Ό,τι και να τσαμπουνίσεις,
δε με πείθεις κι αν με πείσεις!600
ΠΕΝ. Τί μου λέει, ακούτε, Αργίτες;
ΧΡΕ. Να φωνάξεις τους λεχρίτες,
που μασάν μαζί σου αέρα.
ΠΕΝ. Τί να κάνω η δόλια τώρα!
ΧΡΕ. Άι στο ανάθεμα και πέρα!
ΠΕΝ. Πού να φύγω; Σε ποιά χώρα;
ΧΡΕ. Πήγαινε να κρεμαστείς
όσο γρήγορα μπορείς.
ΠΕΝ. Γρήγορα μετανιωμένοι
θα παρακαλάτε πάλι
να ξανάρθω στην Αθήνα.
ΧΡΕ. Τότε να ξανάρθεις πίσου,
όμως τώρα ξεκουμπίσου.610
Θέλω πλούτη, θέλω κάλλη
και συ βάρα το κεφάλι.
ΒΛΕ. Θέλω πλούτη κι αρχοντιά
να γλεντάω με τα παιδιά
και με την κυρά μου εγώ.
Κάθε που απ᾽ το μπάνιο βγω
και προβαίνω λαμπερός,
όποιον δουλευτή μπροστά μου
κι όπου εσένα σ᾽ ανταμώνω
να σας κλάνω ίσια στη μύτη.
(Η Πενία φεύγει)