Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Χοηφόροι (973-1020)


ΕΞΟΔΟΣ


ΟΡ. ἴδεσθε χώρας τὴν διπλῆν τυραννίδα
πατροκτόνους τε δωμάτων πορθήτορας.
975 σεμνοὶ μὲν ἦσαν ἐν θρόνοις τόθ᾽ ἥμενοι,
φίλοι δὲ καὶ νῦν, ὡς ἐπεικάσαι πάθη
πάρεστιν, ὅρκος τ᾽ ἐμμένει πιστώμασιν.
ξυνώμοσαν μὲν θάνατον ἀθλίῳ πατρὶ
καὶ ξυνθανεῖσθαι· καὶ τάδ᾽ εὐόρκως ἔχει.
980 ἴδεσθε δ᾽ αὖτε, τῶνδ᾽ ἐπήκοοι κακῶν,
τὸ μηχάνημα, δεσμὸν ἀθλίῳ πατρί,
πέδας τε χειροῖν καὶ ποδοῖν ξυνωρίδα.
ἐκτείνατ᾽ αὐτὸ καὶ κύκλῳ παρασταδὸν
στέγαστρον ἀνδρὸς δείξαθ᾽, ὡς ἴδῃ πατήρ—
985 οὐχ οὑμός, ἀλλ᾽ ὁ πάντ᾽ ἐποπτεύων τάδε
Ἥλιος—ἄναγνα μητρὸς ἔργα τῆς ἐμῆς,
ὡς ἂν παρῇ μοι μάρτυς ἐν δίκῃ ποτέ,
ὡς τόνδ᾽ ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως φόνον
τὸν μητρός· Αἰγίσθου γὰρ οὐ λέγω μόρον·
990 ἔχει γὰρ αἰσχυντῆρος, ὡς νόμος, δίκην.
ἥτις δ᾽ ἐπ᾽ ἀνδρὶ τοῦτ᾽ ἐμήσατο στύγος,
ἐξ οὗ τέκνων ἤνεγχ᾽ ὑπὸ ζώνην βάρος,
φίλον τέως, νῦν δ᾽ ἐχθρόν, ὡς φαίνει, κακόν—
τί σοι δοκεῖ; μύραινά γ᾽ εἴτ᾽ ἔχιδν᾽ ἔφυ
995 σήπειν θιγοῦσ᾽ ἂν μᾶλλον οὐ δεδηγμένον
τόλμης ἕκατι κἀκδίκου φρονήματος;
τί νιν προσείπω, κἂν τύχω μάλ᾽ εὐστομῶν;
ἄγρευμα θηρός, ἢ νεκροῦ ποδένδυτον
δροίτης κατασκήνωμα; δίκτυον μὲν οὖν,
1000 ἄρκυν τ᾽ ἂν εἴποις καὶ ποδιστῆρας πέπλους.
τοιοῦτον ἂν κτήσαιτο φιλήτης ἀνήρ,
ξένων ἀπαιόλημα κἀργυροστερῆ
βίον νομίζων, τῷδέ τ᾽ ἂν δολώματι
πολλοὺς ἀναιρῶν πολλὰ θερμαίνοι φρένα.
1005τοιάδ᾽ ἐμοὶ ξύνοικος ἐν δόμοισι μὴ
γένοιτ᾽· ὀλοίμην πρόσθεν ἐκ θεῶν ἄπαις.

ΧΟ. αἰαῖ αἰαῖ μελέων ἔργων·
στυγερῷ θανάτῳ διεπράχθης.
αἰαῖ, αἰαῖ,
μίμνοντι δὲ καὶ πάθος ἀνθεῖ.

1010 ΟΡ. ἔδρασεν ἢ οὐκ ἔδρασε; μαρτυρεῖ δέ μοι
φᾶρος τόδ᾽, ὡς ἔβαψεν Αἰγίσθου ξίφος.
φόνου δὲ κηκὶς ξὺν χρόνῳ ξυμβάλλεται,
πολλὰς βαφὰς φθείρουσα τοῦ ποικίλματος.
νῦν αὐτὸν αἰνῶ, νῦν ἀποιμώζω παρών,
1015 πατροκτόνον θ᾽ ὕφασμα προσφωνῶν τόδε
ἀλγῶ μὲν ἔργα καὶ πάθος γένος τε πᾶν,
ἄζηλα νίκης τῆσδ᾽ ἔχων μιάσματα.

ΧΟ. οὔτις μερόπων ἀσινῆ βίοτον
διὰ πάντ᾽ ἔντιμος ἀμείψει.
αἰαῖ, αἰαῖ,
1020 μόχθος δ᾽ ὁ μὲν αὐτίχ᾽, ὁ δ᾽ ἥξει.


ΕΞΟΔΟΣ


ΟΡΕΣΤΗΣ
Ιδέτε τους διπλούς της χώρα μας τυράννους
τους πατροχτόνους μου και σπιτοκαταλύτες·
περήφανοι, ως στερνά που κάθονταν στο θρόνο,
έτσι και τώρα είν᾽ ενωμένοι, καθώς δείχτουν,
στη συμφορά των και πιστοί στον όρκο που είπαν·
γιατ᾽ είχαν μ᾽ όρκο συμφωνήσει, να σκοτώσουν
τον άθλιο τον πατέρα μου και να πεθάνουν
κι οι δυο μαζί — και κράτησαν πιστά τον όρκο.
980Μα εσείς που αυτά μ᾽ ακούτε τα φριχτά τους έργα,
δείτε και την παγίδα τώρα, που ᾽χαν πιάσει
χέρια πόδια δετό τον άθλιό μου πατέρα.
Σιμώστε γύρω εδώ και ξεδιπλώνοντάς το
δείχτε του ήρωα το δόκανο, να ιδεί ο πατέρας —
όχι ο δικός μου, μα ο που όλ᾽ αυτά επιβλέπει,
ο Ήλιος — της μητέρας μου τ᾽ ανόσια έργα,
για να ᾽ναι μάρτυρας στη δίκη μου μια μέρα
πως με το δίκιο μου έκαμα το φόνο αυτό
της μάνας μου· γιατί του Αιγίστου ούτε τον λέω·
990έχει τη δίκη ο ατιμαστής, που ορίζει ο νόμος.
Μα εκείνη που μελέτησε το άθεο το κρίμα
για τον άντρα, που είχε βαστάξει των παιδιών του
κάτ᾽ απ᾽ τη ζώνη της το βάρος — γλυκύ βάρος
έναν καιρό, μα τώρα μισητό όπως δείχνει —
πώς τη νομίζεις; σμέρνα ή όχεντρα, που μόνο
με τ᾽ άγγισμα και δίχως δάγκαμα σαπίζει;
τέτοια η αποκοτιά και το άθεο φυσικό της!
Κι αυτό πώς να το πω και το σωστό επιτύχω
με δίκαιο στόμα; γι᾽ άγριο θεριό παγίδα;
σκέπασμα ολόκορμο νεκρού στον κράβατό του;
1000μα κάλλιο δίχτυ, βρόχι και πεδικλωτήρι,
που τέτοιο να ᾽χ᾽ ένας ληστής που ζει με απάτες
από τους ξένους κι αρπαγές, με τέτοιο δόλο
πολλούς σκοτώνοντας, χρυσές δουλειές που θα είχε!
Τέτοια γυναίκα ποτέ σπίτι μου ας μην έμπει,
κάλλιο άκλερος ας δώσουν οι θεοί να σβήσω!

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο, τί φοβερά κακά·
τη βρήκε θάνατος φριχτός·
αλίμονο, και για όποιο αργεί,
τέλος ανθίζει η συμφορά.

ΟΡΕΣΤΗΣ
1010Έπραξεν ή δεν έπραξε; μάρτυρα φέρνω
το ρούχο αυτό, πως το ᾽βαψε σπαθί του Αιγίστου·
νά! δούλεψαν με τον καιρό του αιμάτου οι βούλες,
για να φτείρουν πολλές βαφές από τα ξόμπλια·
τώρα εγκωμιάζω φανερά το έργο μου, τώρα
το κλαίω μαζί κι ενώ το ρούχο αυτό κηρύττω
πως είναι του πατέρα μου ο δολοφόνος,
και το έγκλημα θρηνώ μα και την τιμωρία
κι όλη μας τη γενιά μαζί — γιατί μου μένει
μίασμ᾽ αζήλευτο απ᾽ αυτή τη νίκη εμένα.

ΧΟΡΟΣ
Κανείς άνθρωπος δίχως κακό στη ζωή του
ως το τέλος αζήμιωτος δε θα περάσει.
Αλί του!
1020τώρα η μια συμφορά κι η άλλη αμέσως θα φτάσει.