Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Χοηφόροι (908-934)


ΚΛ. ἐγώ σ᾽ ἔθρεψα, σὺν δὲ γηράναι θέλω.
ΟΡ. πατροκτονοῦσα γὰρ ξυνοικήσεις ἐμοί;
910 ΚΛ. ἡ Μοῖρα τούτων, ὦ τέκνον, παραιτία.
ΟΡ. καὶ τόνδε τοίνυν Μοῖρ᾽ ἐπόρσυνεν μόρον.
ΚΛ. οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς, τέκνον;
ΟΡ. τεκοῦσα γάρ μ᾽ ἔρριψας ἐς τὸ δυστυχές.
ΚΛ. οὔτοι σ᾽ ἀπέρριψ᾽ ἐς δόμους δορυξένους.
915 ΟΡ. αἰκῶς ἐπράθην ὢν ἐλευθέρου πατρός.
ΚΛ. ποῦ δῆθ᾽ ὁ τῖμος, ὅντιν᾽ ἀντεδεξάμην;
ΟΡ. αἰσχύνομαί σοι τοῦτ᾽ ὀνειδίσαι σαφῶς.
ΚΛ. [μὴ] ἀλλ᾽ εἴφ᾽ ὁμοίως καὶ πατρὸς τοῦ σοῦ μάτας.
ΟΡ. μὴ ἔλεγχε τὸν πονοῦντ᾽ ἔσω καθημένη.
920 ΚΛ. ἄλγος γυναιξὶν ἀνδρὸς εἴργεσθαι, τέκνον.
ΟΡ. τρέφει δέ γ᾽ ἀνδρὸς μόχθος ἡμένας ἔσω.
ΚΛ. κτενεῖν ἔοικας, ὦ τέκνον, τὴν μητέρα.
ΟΡ. σύ τοι σεαυτήν, οὐκ ἐγώ, κατακτενεῖς.
ΚΛ. ὅρα, φύλαξαι μητρὸς ἐγκότους κύνας.
925 ΟΡ. τὰς τοῦ πατρὸς δὲ πῶς φύγω, παρεὶς τάδε;
ΚΛ. ἔοικα θρηνεῖν ζῶσα πρὸς τύμβον μάτην.
ΟΡ. πατρὸς γὰρ αἶσα τόνδε σοὐρίζει μόρον.
ΚΛ. οἲ ᾽γὼ τεκοῦσα τόνδ᾽ ὄφιν ἐθρεψάμην.
ΟΡ. ἦ κάρτα μάντις οὑξ ὀνειράτων φόβος.
930 ἔκανες ὃν οὐ χρῆν, καὶ τὸ μὴ χρεὼν πάθε.
ΧΟ. στένω μὲν οὖν καὶ τῶνδε συμφορὰν διπλῆν.
ἐπεὶ δὲ πολλῶν αἱμάτων ἐπήκρισε
τλήμων Ὀρέστης, τοῦθ᾽ ὅμως αἱρούμεθα,
ὀφθαλμὸν οἴκων μὴ πανώλεθρον πεσεῖν.


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Σ᾽ έθρεψα εγώ, μαζί σου να γεράσω θέλω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Του πατέρα μου φόνισσα μ᾽ εμέ να ζήσεις;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
910Η Μοίρα, γιε μου, σ᾽ όλ᾽ αυτά είναι η αιτία.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κι αυτόν σου ετοίμασε λοιπόν το φόνο η Μοίρα.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Καθόλου, γιε μου, δε ψηφάς κατάρες μάνας;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Με γέννησες στη συμφορά για να με ρίξεις.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Δε σ᾽ έριξα παρά σε σπίτια φιλικά μας.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πουλήθηκ᾽ άτιμα, γιος λεύτερου πατέρα.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Και που ᾽ναι η πλερωμή που δέχτηκα για σένα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ντρέπομαι αυτή σου την πομπή να πω ίσα πέρα.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μα πες και του πατέρα σου τ᾽ άδικα τότε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μέσα στα σπίτια εσύ, μην κρίνεις το ξωμάχο.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
920Να κλαις γυναίκες, που ο άντρας των, παιδί μου, λείπει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στην ησυχία τους ζουν κι ο κόπος των τις θρέφει.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Το ᾽χεις το βλέπω απόφαση να με σκοτώσεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Συ θα σκοτώσεις, όχι εγώ, τον εαυτό σου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Φυλάξου από τις μάνας σου τις άγριες σκύλες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κι απ᾽ του πατέρα μου πώς θα σωθώ, αν σ᾽ αφήσω;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Θαρρώ, του κάκου, ζωντανή κλαίω μπρος σε τάφο!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Την καταδίκη σου όρισε πατέρα φόνος.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αλί μου εγώ, που γέννησα κι έθρεψα φίδι!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τί μάντης βρήκε του ονείρου σου αλήθεια ο φόβος!
930σκότωσες τον δεν έπρεπε· και τ᾽ όμοιο πάθε.
Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
Κλαίω τη μαύρη, εγώ, τη μοίρα και των δυο των,
μ᾽ αφού στην κορφήν έφτασε τόσων αιμάτων
ο άθλιος ο Ορέστης, πιο καλά τουλάχιστο έχω
το μάτι των σπιτιών να μη σβήσει για πάντα.