Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Χοηφόροι (869-907)


ΑΙ. ἒ ἔ, ὀτοτοτοῖ.
870 ΧΟ. — ἔα ἔα μάλα·
— πῶς ἔχει; πῶς κέκρανται δόμοις;
— ἀποσταθῶμεν πράγματος τελουμένου,
ὅπως δοκῶμεν τῶνδ᾽ ἀναίτιαι κακῶν
εἶναι· μάχης γὰρ δὴ κεκύρωται τέλος.

ΟΙΚΕΤΗΣ
875 οἴμοι, πανοίμοι δεσπότου †τελουμένου·
οἴμοι μάλ᾽ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμασιν.
Αἴγισθος οὐκέτ᾽ ἔστιν. ἀλλ᾽ ἀνοίξατε
ὅπως τάχιστα, καὶ γυναικείους πύλας
μοχλοῖς χαλᾶτε· καὶ μάλ᾽ ἡβῶντος δὲ δεῖ—
880 οὐχ ὥστ᾽ ἀρῆξαι διαπεπραγμένῳ· τί γάρ;
ἰοὺ ἰού.
κωφοῖς ἀυτῶ καὶ καθεύδουσιν μάτην
ἄκραντα βάζω. ποῦ Κλυταιμήστρα; τί δρᾷ;
ἔοικε νῦν αὐτῆς †ἐπὶ ξυροῦ πέλας
αὐχὴν πεσεῖσθαι πρὸς δίκην πεπληγμένος.
885 ΚΛ. τί δ᾽ ἐστὶ χρῆμα; τίνα βοὴν ἵστης δόμοις;
ΟΙΚ. τὸν ζῶντα καίνειν τοὺς τεθνηκότας λέγω.
ΚΛ. οἲ ᾽γώ, ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων.
δόλοις ὀλούμεθ᾽, ὥσπερ οὖν ἐκτείναμεν.
δοίη τις ἀνδροκμῆτα πέλεκυν ὡς τάχος·
890 εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν, ἢ νικώμεθα.
ἐνταῦθα γὰρ δὴ τοῦδ᾽ ἀφικόμην κακοῦ.
ΟΡ. σὲ καὶ ματεύω· τῷδε δ᾽ ἀρκούντως ἔχει.
ΚΛ. οἲ ᾽γώ. τέθνηκας, φίλτατ᾽, Αἰγίσθου βία.
ΟΡ. φιλεῖς τὸν ἄνδρα; τοιγὰρ ἐν ταὐτῷ τάφῳ
895 κείσῃ. θανόντα δ᾽ οὔτι μὴ προδῷς ποτε.
ΚΛ. ἐπίσχες, ὦ παῖ, τόνδε δ᾽ αἴδεσαι, τέκνον,
μαστόν, πρὸς ᾧ σὺ πολλὰ δὴ βρίζων ἅμα
οὔλοισιν ἐξήμελξας εὐτραφὲς γάλα.
ΟΡ. Πυλάδη, τί δράσω; μητέρ᾽ αἰδεσθῶ κτανεῖν;
ΠΥΛΑΔΗΣ
900 ποῦ δὴ τὸ λοιπὸν Λοξίου μαντεύματα
τὰ πυθόχρηστα, πιστά τ᾽ εὐορκώματα;
ἅπαντας ἐχθροὺς τῶν θεῶν ἡγοῦ πλέον.
ΟΡ. κρίνω σε νικᾶν, καὶ παραινεῖς μοι καλῶς.
ἕπου, πρὸς αὐτὸν τόνδε σε σφάξαι θέλω·
905 καὶ ζῶντα γάρ νιν κρείσσον᾽ ἡγήσω πατρός.
τούτῳ θανοῦσα ξυγκάθευδ᾽, ἐπεὶ φιλεῖς
τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν δὲ χρῆν φιλεῖν στυγεῖς.


ΑΙΓΙΣΤΟΣ
Αλί μου, συμφορά!
ΧΟΡΟΣ
870Α, α! τί να γένηκε,
πώς να τέλειωσε μέσα το πράμα;
Μ᾽ ας τραβηχτούμε κι ό,τι να ᾽ναι παίρνει τέλος,
για να μην πέσει απάνω μας καμιά υποψία
για το κακό· γιατί έχει πια κριθεί ο αγώνας.

ΔΟΥΛΟΣ
Αλί και παναλί! χτυπήσαν τον αφέντη·
αλί, πάλι ξανά και τρεις φορές φωνάζω·
τέλειωσε, πάει ο Αίγιστος· ανοίξετέ μας
ευτύς αμέσως· ξεμπαρώσετε τις πόρτες
του γυναικείου· μα εδώ χρειάζετ᾽ άντρας κι άντρας,
880όχι γι᾽ αυτόν — τι τ᾽ όφελος; πάει πού πάει.
Ε σεις, ε σεις!
Βροντώ σε κουφού πόρτα κι άγνοιαστοι κοιμούνται·
του κάκου κράζω· που ᾽ναι η Κλυταιμνήστρα, που ᾽ναι
μα τώρα κι αυτής φαίνεται στη κόψη απάνω
στέκει ο λαιμός, να πέσει δίκια χτυπημένος.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τί τρέχει; τί ν᾽ αυτή που σήκωσες η αντάρα;
ΔΟΥΛΟΣ
Σκοτώνουν, λέω, το ζωντανό οι πεθαμένοι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Οϊμέ!
Κατάλαβα τί παν να πουν τα αινίγματά σου·
με δόλο, όπως σκοτώσαμε, και θα χαθούμε·
μ᾽ ας δώσει ένας ευτύς το αντρόφονο πελέκι,
890να δούμε αν θα νικήσουμε ή θα νικηθούμε,
μια που ως εδώ κατάντησε το κακό νά ᾽ρθει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σένα και ᾽γω ζητώ· όσο γι αυτόν, καλά ᾽ναι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Νεκρός, αλί μας, Αίγιστέ μου αγαπημένε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τον αγαπάς αυτόν; λοιπόν στον ίδιο τάφο
μαζί, δε θα τον χωριστείς νεκρόν ποτέ σου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Στάσου, παιδί μου! τούτο καν σεβάσου, γιε μου,
το στήθος, που συχνά κοιμισμένος επάνω
άρμεξες με τα γούλια σου θραφτερό γάλα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τί λες Πυλάδη; μάνα — πώς να τη σκοτώσω;

ΠΥΛΑΔΗΣ
900Πού πάνε του Λοξία λοιπόν τότε οι μαντείες,
της Πυθώς ο χρησμός κι η ορκοδεμένη πίστη;
κάλλια όλους να ᾽χεις παρά τους θεούς εχθρούς σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δίκιο έχεις, κρίνω! και σωστή ᾽ναι η συμβουλή σου.
Έρχου μαζί· δίπλα του θέλω να σε σφάξω,
γιατί πιο κάλλιο απ᾽ τον πατέρα μου τον είχες
σαν ήταν στη ζωή· λοιπόν και πεθαμένη
κοιμού μαζί του· αφού τον αγαπάς αυτόν
κι αποστρέφεσαι κείνον που ήταν ν ᾽αγαπούσες.