Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Χοηφόροι (585-622)


ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟ. πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει [στρ. α] 585
δεινὰ δειμάτων ἄχη,
πόντιαί τ᾽ ἀγκάλαι κνωδάλων
ἀνταίων βρύουσι, [πλά-
θουσι] βλαστοῦσι καὶ πεδαίχμιοι
590 λαμπάδες πεδάοροι,
πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κἀνεμόεντ᾽ ἂν
αἰγίδων φράσαι κότον.

ἀλλ᾽ ὑπέρτολμον ἀν- [ἀντ. α]
595 δρὸς φρόνημα τίς λέγοι
καὶ γυναικῶν φρεσὶν τλημόνων
παντόλμους ἔρωτας, ἄ-
ταισι συννόμους βροτῶν;
συζύγους δ᾽ ὁμαυλίας
600 θηλυκρατὴς ἀπέρωτος ἔρως παρανικᾷ
κνωδάλων τε καὶ βροτῶν.

ἴστω δ᾽ ὅστις οὐχ ὑπόπτερος [στρ. β]
φροντίσιν † δαεὶς
τὰν ἁ παιδολυ-
μὰς τάλαινα Θεστιὰς
605 μήσατο,
πυρδαῆ τινὰ πρόνοιαν,
καταίθουσα παιδὸς δαφοινὸν
δαλὸν ἥλικ᾽, ἐπεὶ μολὼν
ματρόθεν κελάδησε,
610 ξύμμετρόν τε διαὶ βίου
μοιρόκραντον ἐς ἦμαρ.

ἄλλαν δ᾽ ἦν τιν᾽ ἐν λόγοις στυγεῖν [ἀντ. β]
φοινίαν Σκύλλαν,
ἅτ᾽ ἐχθρῶν ὕπερ
615 φῶτ᾽ ἀπώλεσεν φίλον,
Κρητικοῖς
χρυσεοδμήτοισιν ὅρμοις
πιθήσασα, δώροισι Μίνω,
Νῖσον ἀθανάτας τριχὸς
620 νοσφίσασα προβούλως
πνέονθ᾽ ἁ κυνόφρων ὕπνῳ·
κιγχάνει δέ νιν Ἑρμῆς.


ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ


ΧΟΡΟΣ
Θρέφει κι η γη πολλές
σκιάχτρων φριχτών τρομάρες
κι ανθρωπομάχα τέρατα
μες στους κόλπους της θάλασσας βρυάζουν·
ανάμεσα γης κι ουρανού
590φωτιές ᾽ποπάνω μας ξεσπούν·
πετούμενα και στεριανά
με τρόμο έχουν να πουν
τις άγριες μπόρες σα μανιάζουν.

Μα ποιός του άντρα θα πει
τη δίχως όρια τόλμη
και των ξωφρένων γυναικών
τις αποδιάντροπες αγάπες
που βόσκουν μέσα στων σπιτιών τις συμφορές.
Ο έρωτας ο αχαλίνωτος,
που ζώων κι ανθρώπων θηλυκά δαμάζει,
600των αντρογύνων το συνταίριασμα
παράνομα νικά και ξεταιριάζει.

Κι ας αναθυμηθεί όποιος έμαθε
κι ανεμοσκόρπιστα δεν έχει φρένα,
σαν ποιά βουλή σοφίστηκε η πανάθλια
φόνισσα μάνα, του Θεστίου η γέννα,
που έκαψε σύφλογο του γιου της το δαυλό
το συχρονίτη, που μ᾽ αυτόν δεμένη
κι ισόμετρ᾽ ήταν η ζωή του ολάκερη
απ᾽ τη στιγμή, που από τον κόρφο πέφτοντας
610της μάνας του πρωτοκελάηδησε,
ως τη στερνή του τη μοιρογραμμένη·

Κι ανάθεμάν την άλλη που ιστορούν
τη Σκύλλα την κακούργα θυγατέρα,
που πήγε και θυσίασε για τους εχθρούς
τον ίδιο της τον ακριβό πατέρα,
γιατί το νου της σήκωσαν τα κρητικά
του Μίνωα δώρα, τα χρυσά γιορντάνια
κι από του Νίσου κρυφά κλέβει την κορφή,
620ενώ σ᾽ ύπνον ανάσαιν᾽ άγνοιαστος βαθύ,
την τρίχα την αθάνατη, η σκυλόψυχη,
κι ο Ερμής τον πήε στου Χάρου τα λιμάνια.