Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ἀγαμέμνων (438-487)


ὁ χρυσαμοιβὸς δ᾽ Ἄρης σωμάτων [στρ. γ]
καὶ ταλαντοῦχος ἐν μάχῃ δορὸς
440 πυρωθὲν ἐξ Ἰλίου
φίλοισι πέμπει βαρὺ
ψῆγμα δυσδάκρυτον, ἀντ-
ήνορος σποδοῦ γεμί-
ζων λέβητας εὐθέτους.
445 στένουσι δ᾽ εὖ λέγοντες ἄν-
δρα τὸν μὲν ὡς μάχης ἴδρις,
τὸν δ᾽ ἐν φοναῖς καλῶς πεσόντ᾽— «ἀλ-
λοτρίας διαὶ γυναικός»·
τάδε σῖγά τις βαΰζει·
450 φθονερὸν δ᾽ ὑπ᾽ ἄλγος ἕρπει
προδίκοις Ἀτρείδαις.
οἱ δ᾽ αὐτοῦ περὶ τεῖχος
θήκας Ἰλιάδος γᾶς
εὔμορφοι κατέχουσιν· ἐ-
455 χθρὰ δ᾽ ἔχοντας ἔκρυψεν.

βαρεῖα δ᾽ ἀστῶν φάτις ξὺν κότῳ· [ἀντ. γ]
δημοκράτου δ᾽ ἀρᾶς τίνει χρέος.
μένει δ᾽ ἀκοῦσαί τί μοι
460 μέριμνα νυκτηρεφές.
τῶν πολυκτόνων γὰρ οὐκ
ἄσκοποι θεοί. κελαι-
ναὶ δ᾽ Ἐρινύες χρόνῳ
τυχηρὸν ὄντ᾽ ἄνευ δίκας
465 παλιντυχεῖ τριβᾷ βίου
τιθεῖσ᾽ ἀμαυρόν, ἐν δ᾽ ἀίστοις
τελέθοντος οὔτις ἀλκά·
τὸ δ᾽ ὑπερκόπως κλύειν εὖ
βαρύ· βάλλεται γὰρ ὄσσοις
470 Διόθεν κεραυνός.
κρίνω δ᾽ ἄφθονον ὄλβον·
μήτ᾽ εἴην πτολιπόρθης
μήτ᾽ οὖν αὐτὸς ἁλοὺς ὑπ᾽ ἄλ-
λων βίον κατίδοιμι.

— πυρὸς δ᾽ ὑπ᾽ εὐαγγέλου [ἐπῳδ.] 475
πόλιν διήκει θοὰ
βάξις· εἰ δ᾽ ἐτήτυμος,
τίς οἶδεν, ἤ τι θεῖόν ἐστί πῃ ψύθος.
— τίς ὧδε παιδνὸς ἢ φρενῶν κεκομμένος,
480 φλογὸς παραγγέλμασιν
νέοις πυρωθέντα καρδίαν ἔπειτ᾽
ἀλλαγᾷ λόγου καμεῖν;
— γυναικὸς αἰχμᾷ πρέπει
πρὸ τοῦ φανέντος χάριν ξυναινέσαι.
485 πιθανὸς ἄγαν ὁ θῆλυς ὅρος ἐπινέμεται
ταχύπορος· ἀλλὰ ταχύμορον
γυναικογήρυτον ὄλλυται κλέος.


Κι ο Άρης σωμάτων αργυραμοιβός
και ζυγιαστής στων κονταριών τη μάχη,
440στέλλει απ᾽ την Τροία στους δικούς
βαριά και πικροθρήνητη
τέφρα από την πυρά μονάχη
αντίς τον άντρα — βολικά γιομίζοντας
ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη.
Κι έτσι στενάζουν εγκωμιάζοντας
τον ένα, πως στη μάχη ήταν ξεφτέρι,
τον άλλο, που έπεσε στην ανθρωποσφαγή
παλληκαρίσια για ενός άλλου ταίρι.
Κάποιος σκιαχτά τα σιγομουρμουρίζει αυτά
450κι ο πόνος των γιομάτος πίκρα και χολή
στους προεστούς, του Ατρέα τους γιους, κρυφογλιστρά.
Μα εκεί στα κάστρα ολόγυρα οι νεκροί
καλά κρατούν οι πολυοπαινεμένοι
τα μνήματα της γης της Τρωικής,
πόκρυψε τους εχθρούς της νικημένη.

Βαριά η φωνή λαού κι η οργή λαού,
απλέρωτ᾽ η κατάρα του δε μένει.
κάτι ν᾽ ακούσει σκοτεινό
σαν νυχτοπεριτύλιχτο
460η αγωνία μου περιμένει.
Γιατ᾽ όποιος θενά χύσει αιμάτων ποταμούς
απ᾽ των θεών το μάτι δεν ξεφεύγει·
έρχεται μέρα κι οι Ερινύες οι ζοφερές
μ᾽ άλλη στροφή της τύχης που γυρίζει,
τους αφανίζουν, όσοι η ευτυχία των
με τη δικαιοσύνη δε βαδίζει
κι όποιος θα πάει έτσι άφαντος, πάει για καλά.
βαρύ ᾽ναι δόξα υπέρμετρη να ᾽χει κανείς,
470γιατί απ᾽ τα μάτια του Διός ο κεραυνός πετά.
Αφθόνητη ευτυχία προτιμώ,
δε θα ᾽θελα ούτε πορθητής να γένω
μα ούτε στην εξουσία να ᾽βλεπα
το είναι μου ενός άλλου σκλαβωμένο.

Γοργά της καλλιφέρουσας
φωτιάς πετάει το μήνυμα
μες απ᾽ την πόλη· μα ποιός ξέρει
αν είναι τάχ᾽ αληθινό, ή απάτη απ᾽ το θεό;
— Ποιός τόσο είναι παιδί, ή έπαθ᾽ ο νους του βλάβη,
480που από μιας φλόγας τα πρωτάκουστα
σημάδια την καρδιά του ανάβει,
για να υποφέρει πιο πολύ
αν τύχη αλλιώς κι ο λόγος βγει;
— Της γυναικείας εξουσίας φυσικό
χάρες να στρέγει και χαρές
για ένα πρι να φανεί καλό.
— Ξαπλώνει ευκολοπίστευτη πολύ
και δρόμο παίρνει η γυναικεία η προσταγή,
μα όμοια και γρήγορα πεθαίνει
φήμη από στόμα γυναικός βγαλμένη.