Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Κύκλωψ (241-284)


ΚΥ. ἄληθες; οὔκουν κοπίδας ὡς τάχιστ᾽ ἰὼν
θήξεις μαχαίρας καὶ μέγαν φάκελον ξύλων
ἐπιθεὶς ἀνάψεις; ὡς σφαγέντες αὐτίκα
πλήσουσι νηδὺν τὴν ἐμὴν ἀπ᾽ ἄνθρακος
245θερμὴν διδόντες δαῖτα τῶι κρεανόμωι,
τὰ δ᾽ ἐκ λέβητος ἑφθὰ καὶ τετηκότα.
ὡς ἔκπλεώς γε δαιτός εἰμ᾽ ὀρεσκόου·
ἅλις λεόντων ἐστί μοι θοινωμένωι
ἐλάφων τε, χρόνιος δ᾽ εἴμ᾽ ἀπ᾽ ἀνθρώπων βορᾶς.
250ΣΙ. τὰ καινά γ᾽ ἐκ τῶν ἠθάδων, ὦ δέσποτα,
ἡδίον᾽ ἐστίν. οὐ γὰρ οὖν νεωστί γε
ἄλλοι πρὸς ἄντρα σοὐσαφίκοντο ξένοι.
ΟΔ. Κύκλωψ, ἄκουσον ἐν μέρει καὶ τῶν ξένων.
ἡμεῖς βορᾶς χρήιζοντες ἐμπολὴν λαβεῖν
255σῶν ἆσσον ἄντρων ἤλθομεν νεὼς ἄπο.
τοὺς δ᾽ ἄρνας ἡμῖν οὖτος ἀντ᾽ οἴνου σκύφου
ἀπημπόλα τε κἀδίδου πιεῖν λαβὼν
ἑκὼν ἑκοῦσι, κοὐδὲν ἦν τούτων βίαι.
ἀλλ᾽ οὗτος ὑγιὲς οὐδὲν ὧν φησιν λέγει,
260ἐπεὶ κατελήφθη σοῦ λάθραι πωλῶν τὰ σά.
ΣΙ. ἐγώ; κακῶς γ᾽ ἄρ᾽ ἐξόλοι᾽. ΟΔ. εἰ ψεύδομαι.
ΣΙ. μὰ τὸν Ποσειδῶ τὸν τεκόντα σ᾽, ὦ Κύκλωψ,
μὰ τὸν μέγαν Τρίτωνα καὶ τὸν Νηρέα,
μὰ τὴν Καλυψὼ τάς τε Νηρέως κόρας,
265μὰ θαἰερὰ κύματ᾽ ἰχθύων τε πᾶν γένος,
ἀπώμοσ᾽, ὦ κάλλιστον ὦ Κυκλώπιον,
ὦ δεσποτίσκε, μὴ τὰ σ᾽ ἐξοδᾶν ἐγὼ
ξένοισι χρήματ᾽. ἢ κακῶς οὗτοι κακοὶ
οἱ παῖδες ἀπόλοινθ᾽, οὓς μάλιστ᾽ ἐγὼ φιλῶ.
270ΧΟ. αὐτὸς ἔχ᾽. ἔγωγε τοῖς ξένοις τὰ χρήματα
περνάντα σ᾽ εἶδον· εἰ δ᾽ ἐγὼ ψευδῆ λέγω,
ἀπόλοιθ᾽ ὁ πατήρ μου· τοὺς ξένους δὲ μὴ ἀδίκει.
ΚΥ. ψεύδεσθ᾽· ἔγωγε τῶιδε τοῦ Ῥαδαμάνθυος
μᾶλλον πέποιθα καὶ δικαιότερον λέγω.
275θέλω δ᾽ ἐρέσθαι· πόθεν ἐπλεύσατ᾽, ὦ ξένοι;
ποδαποί; τίς ὑμᾶς ἐξεπαίδευσεν πόλις;
ΟΔ. Ἰθακήσιοι μὲν τὸ γένος, Ἰλίου δ᾽ ἄπο,
πέρσαντες ἄστυ, πνεύμασιν θαλασσίοις
σὴν γαῖαν ἐξωσθέντες ἥκομεν, Κύκλωψ.
280ΚΥ. ἦ τῆς κακίστης οἳ μετήλθεθ᾽ ἁρπαγὰς
Ἑλένης Σκαμάνδρου γείτον᾽ Ἰλίου πόλιν;
ΟΔ. οὗτοι, πόνον τὸν δεινὸν ἐξηντληκότες.
ΚΥ. αἰσχρὸν στράτευμά γ᾽, οἵτινες μιᾶς χάριν
γυναικὸς ἐξεπλεύσατ᾽ ἐς γαῖαν Φρυγῶν.


ΚΥΚ. Μπα; Σοβαρά; Τσακίσου να τροχίσεις τους μπαλτάδες
και να σωριάσεις φρύγανα, φωτίτσα για ν᾽ ανάψω.
Φέρε δεμάτι μπόλικο. Τώρα θα τους λιανίσω,
να μου γεμίσουν την κοιλιά, άλλοι απ᾽ τη χόβολη ζεστοί
245κι άλλοι στη χύτρα τη βαθιά μαγειρεμένοι, μαλακοί.
Μπούχτισα πια, βαρέθηκα, όλο αγρίμια για φαΐ,
όλο ελάφια, όλο λιοντάρια· πάει τόσος καιρός
που δεν εγεύτηκα σταλιά κρέας ανθρωπινό.
250ΣΙΛ. Σαν άλλαξες από φαΐ που το᾽ χεις μαθημένο
και το καινούργιο το δοκίμασες, είναι μεγάλη γλύκα.
—Έχει χρόνια να πατήσει στη σπηλιά σου μουσαφίρης.
ΟΔΥ. Κύκλωψ, είναι η σειρά μας να μιλήσουμε κι εμείς.
Εμείς είχαμε ανάγκη ν᾽ αγοράσουμε φαΐ,
255κι έτσι απ᾽ το πλοίο ήρθαμε δω πέρα στη σπηλιά σου.
Κι αυτός εδώ (δείχνει τον Σιληνό) τ᾽ αρνάκια σου, για μια κούπα κρασί,
τα πούλαγε, μας τα ᾽δινε, σαν γεύτηκε το πιόμα
—κι όχι με βία, αντίθετα: μ᾽ όλη τη θέλησή του
και τη δική μας φυσικά.
Ν᾽ αφήσει, λέω γω, καλύτερα τούτος εδώ τα σάπια:
260αφού στα πράσα τον ετσάκωσες να ξεπουλά το βιός σου.
ΣΙΛ. Εμένα, ρε; Που να σε φάει το φίδι! ΟΔΥ. Ψέμ᾽ αν λέω…
ΣΙΛ. Κύκλωπα, στ᾽ όνομα του Ποσειδώνα του γονιού σου,
στ᾽ όνομα του Νηρέα, στ᾽ όνομα του Τρίτωνα του αφέντη,
μά τις Νεράιδες, Κύκλωπα, και μά την Καλυψώ,
265μά τ᾽ αγιασμένα κύματα κι όλα μαζί τα ψάρια,
σ᾽ ορκίζομαι, κουκλάκι μου, γλυκό μου Κυκλωπάκι,
καλέ μου αφεντάκη μου, δεν πούλησα εγώ
το πράμα σου στους ξένους. Κι αν ψέμα λέω τώρα,
να θάψω τα παιδάκια μου τα πολυαγαπημένα.
270ΧΟΡ. Ρέεε, κάνε κράτει! Βρε συ, εγώ δεν σ᾽ είδα να πουλάς
τα πράματα; Κι αν ψέματα σου λέω, να τον θάψω
τον τσίφτη τον πατέρα μου. Σεβάσου όμως τους ξένους.
ΚΥΚ. Ψεύτες! Εγώ σας λέω, αυτόν εδώ (δείχνει τον Σιληνό) κι απ᾽ Αρεοπαγίτη
τον κρίνω δικαιότερον, και του ᾽χω εμπιστοσύνη.
275Έχω όμως μιαν ερώτηση: ξένοι, από πού μας ήρθατε;
Πούθε βαστά η σκούφια σας; Ποιά πόλη σάς μεγάλωσε;
ΟΔΥ. Απ᾽ την Ιθάκη καταγόμαστε· μακριά απ᾽ την Τροία, ωστόσο,
σαν την πατήσαμε, μας πήρανε τα κύματα κι οι ανέμοι,
και μας ερίξανε στον τόπο αυτόν, που ᾽ναι δικός σου, Κύκλωψ.
280ΚΥΚ. Εσείς είστε λοιπόν που τη ρημάξατε την Τροία,
του Σκάμανδρου γειτόνισσα, εκδίκηση να πάρτε
για την Ελένη που έκλεψαν την τρισκαταραμένη;
ΟΔΥ. Εμείς την ετραβήξαμε την άγρια αυτή φουρτούνα.
ΚΥΚ. Ήταν ντροπή και όνειδος, τον πόλεμο της Τροίας
να κάμετε οι Έλληνες για χάρη μιας γυναίκας!