Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ἱππόλυτος (1342-1388)


ΧΟ. καὶ μὴν ὁ τάλας ὅδε δὴ στείχει,
σάρκας νεαρὰς ξανθόν τε κάρα
διαλυμανθείς. ὦ πόνος οἴκων,
1345 οἷον ἐκράνθη δίδυμον μελάθροις
πένθος θεόθεν καταληπτόν.
ΙΠ. αἰαῖ αἰαῖ·
δύστηνος ἐγώ, πατρὸς ἐξ ἀδίκου
χρησμοῖς ἀδίκοις διελυμάνθην.
1350 ἀπόλωλα τάλας, οἴμοι μοι.
διά μου κεφαλῆς ἄισσουσ᾽ ὀδύναι
κατά τ᾽ ἐγκέφαλον πηδᾶι σφάκελος·
σχές, ἀπειρηκὸς σῶμ᾽ ἀναπαύσω.
ἒ ἔ·
1355 ὦ στυγνὸν ὄχημ᾽ ἵππειον, ἐμῆς
βόσκημα χερός,
διά μ᾽ ἔφθειρας, κατὰ δ᾽ ἔκτεινας.
φεῦ φεῦ· πρὸς θεῶν, ἀτρέμα, δμῶες,
χροὸς ἑλκώδους ἅπτεσθε χεροῖν.
1360 τίς ἐφέστηκεν δεξιὰ πλευροῖς;
πρόσφορά μ᾽ αἴρετε, σύντονα δ᾽ ἕλκετε
τὸν κακοδαίμονα καὶ κατάρατον
πατρὸς ἀμπλακίαις. Ζεῦ Ζεῦ, τάδ᾽ ὁρᾶις;
ὅδ᾽ ὁ σεμνὸς ἐγὼ καὶ θεοσέπτωρ,
1365 ὅδ᾽ ὁ σωφροσύνηι πάντας ὑπερσχών,
προῦπτον ἐς Ἅιδην στείχω, κατ᾽ ἄκρας
ὀλέσας βίοτον, μόχθους δ᾽ ἄλλως
τῆς εὐσεβίας
εἰς ἀνθρώπους ἐπόνησα.
1370 αἰαῖ αἰαῖ·
καὶ νῦν ὀδύνα μ᾽ ὀδύνα βαίνει·
μέθετέ με τάλανα,
καί μοι θάνατος παιὰν ἔλθοι.
†προσαπόλλυτέ μ᾽ ὄλλυτε τὸν δυσδαί-
1375 μονα·† ἀμφιτόμου λόγχας ἔραμαι,
διαμοιρᾶσαι κατά τ᾽ εὐνᾶσαι
τὸν ἐμὸν βίοτον.
ὦ πατρὸς ἐμοῦ δύστανος ἀρά·
μιαιφόνον τι σύγγονον
1380 παλαιῶν προγεννη-
τόρων ἐξορίζεται
κακὸν οὐδὲ μένει,
ἔμολέ τ᾽ ἐπ᾽ ἐμέ—τί ποτε, τὸν οὐ-
δὲν ὄντ᾽ ἐπαίτιον κακῶν;
ἰώ μοί μοι.
τί φῶ; πῶς ἀπαλλά-
1385 ξω βιοτὰν ἐμὰν
τοῦδ᾽ ἀνάλγητον πάθους;
εἴθε με κοιμάσειε τὸν
δυσδαίμον᾽ Ἅιδα μέλαι-
να νύκτερός τ᾽ ἀνάγκα.


ΚΟΡ. Ο κακότυχος έρχεται, νά τον
με τις σάρκες κομμάτια, τ᾽ ολόξανθο
το κεφάλι σπασμένο! Τί πόνος
στο παλάτι και πένθος διπλό,
από σας, ω θεοί μου, σταλμένο!

(Δυο υπηρέτες φέρνουν τον Ιππόλυτο βαστώντας τον από τις μασκάλες.)
ΙΠΠ. Αχ! αλιά μου και αλιά, το βαριόμοιρο!
Ο πατέρας μου μ᾽ έφαγε ο άδικος
κι η κατάρα του η άδικη.
1350Αχ! ο μαύρος, αλίμονο!
Το κεφάλι μου οι πόνοι τρυπάνε,
το μυαλό μου σπασμοί το τινάζουν.
(στους υπηρέτες)
Σταματάτε — κι απόκαμα, οϊμένα!
το κορμί ν᾽ αναπάψω.
Ωχ! Ωχ! Ωχ!
Μισημένο μου αμάξι κι αλόγατα,
που σας τάιζα εγώ με τα χέρια μου,
μ᾽ αφανίσατ᾽, εσείς με σκοτώσατε!
(στους υπηρέτες που ξεκινάνε)
Δυστυχιά μου! Απαλότερα, δούλοι,
το κορμί μου κρατάτε, γεμάτο
με πληγές. Αχ! ποιός στέκεται πλάι
1360στο δεξιό μου πλευρό; Μαλακότερα
προς τ᾽ απάνω βαστάτε με κι όλοι
πηγαίνετέ με σιγά και με τρόπο,
τον κακότυχο εμέ, τον κατάρατον
από λάθος τρανό του γονιού μου.
Ω! τα βλέπεις τα πάθια μου, Δία;
Νά ᾽μ᾽ εγώ, το σεμνό παλικάρι,
θεοφοβούμενος, που ξεπερνούσα
ολουνούς σε αρετή και σε πίστη!
Για τον Άδη τραβάω, για τ᾽ αγύριστο
το ταξίδι και χάνω για πάντα
τη ζωή. Κι όλ᾽ οι κόποι χαμένοι
όσους έκανα, για να στηρίξω
στην ψυχή των θνητών την ευσέβεια.
(τον ξαπλώνουν σ᾽ ένα κρεβάτι που το βγάζουν από το παλάτι)
1370Ωχ! Ωχ! Ωχ!
Πόνοι ο ένας απάνω στον άλλον!
Αχ! Αφήστε με εδώ τον κακόμοιρο,
λυτρωτής νά ᾽ρθει ο Χάροντας.
Αποσώστε τον έρμο, αποσώστε με.
Ένα δίκοπο να ᾽χα μαχαίρι
να σφαγώ, να γλιτώσω
και για πάντα να υπνώσω.
Ω γονιοί μου, κατάρ᾽ ανελέητη,
1380κι ω πρόγονοι παμπάλαιοι, στο κρίμα
βουτημένοι! Από σας εξεκίνησε
το κακό που με βρήκε
τον αθώον, που δεν έφταιξα τίποτα!
Απ᾽ τ᾽ αβάσταγα πάθια μου ετούτα
δεν μπορώ να ξεφύγω!
Μόνο τ᾽ Άδ᾽ η κατάμαυρη νύχτα
να με κοίμιζε θέλω.