Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Κύρου Ἀνάβασις (7.4.1-7.4.11)

[7.4.1] Τῇ δ᾽ ὑστεραίᾳ κατακαύσας ὁ Σεύθης τὰς κώμας παντελῶς καὶ οἰκίαν οὐδεμίαν λιπών, ὅπως φόβον ἐνθείη καὶ τοῖς ἄλλοις οἷα πείσονται, ἂν μὴ πείθωνται, ἀπῄει πάλιν. [7.4.2] καὶ τὴν μὲν λείαν ἀπέπεμψε διατίθεσθαι Ἡρακλείδην εἰς Πέρινθον, ὅπως ἂν μισθὸς γένοιτο τοῖς στρατιώταις· αὐτὸς δὲ καὶ οἱ Ἕλληνες ἐστρατοπεδεύοντο ἀνὰ τὸ Θυνῶν πεδίον. οἱ δ᾽ ἐκλιπόντες ἔφευγον εἰς τὰ ὄρη. [7.4.3] ἦν δὲ χιὼν πολλὴ καὶ ψῦχος οὕτως ὥστε τὸ ὕδωρ ὃ ἐφέροντο ἐπὶ δεῖπνον ἐπήγνυτο καὶ ὁ οἶνος ὁ ἐν τοῖς ἀγγείοις, καὶ τῶν Ἑλλήνων πολλῶν καὶ ῥῖνες ἀπεκαίοντο καὶ ὦτα. [7.4.4] καὶ τότε δῆλον ἐγένετο οὗ ἕνεκα οἱ Θρᾷκες τὰς ἀλωπεκᾶς ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς φοροῦσι καὶ τοῖς ὠσί, καὶ χιτῶνας οὐ μόνον περὶ τοῖς στέρνοις ἀλλὰ καὶ περὶ τοῖς μηροῖς, καὶ ζειρὰς μέχρι τῶν ποδῶν ἐπὶ τῶν ἵππων ἔχουσιν, ἀλλ᾽ οὐ χλαμύδας. [7.4.5] ἀφιεὶς δὲ τῶν αἰχμαλώτων ὁ Σεύθης εἰς τὰ ὄρη ἔλεγεν ὅτι εἰ μὴ καταβήσονται οἰκήσοντες καὶ πείσονται, ὅτι κατακαύσει καὶ τούτων τὰς κώμας καὶ τὸν σῖτον, καὶ ἀπολοῦνται τῷ λιμῷ. ἐκ τούτου κατέβαινον καὶ γυναῖκες καὶ παῖδες καὶ πρεσβύτεροι· οἱ δὲ νεώτεροι ἐν ταῖς ὑπὸ τὸ ὄρος κώμαις ηὐλίζοντο. [7.4.6] καὶ ὁ Σεύθης καταμαθὼν ἐκέλευσε τὸν Ξενοφῶντα τῶν ὁπλιτῶν τοὺς νεωτάτους λαβόντα συνεπισπέσθαι. καὶ ἀναστάντες τῆς νυκτὸς ἅμα τῇ ἡμέρᾳ παρῆσαν εἰς τὰς κώμας. καὶ οἱ μὲν πλεῖστοι ἐξέφυγον· πλησίον γὰρ ἦν τὸ ὄρος· ὅσους δὲ ἔλαβε κατηκόντισεν ἀφειδῶς Σεύθης.
[7.4.7] Ἐπισθένης δ᾽ ἦν τις Ὀλύνθιος παιδεραστής, ὃς ἰδὼν παῖδα καλὸν ἡβάσκοντα ἄρτι πέλτην ἔχοντα μέλλοντα ἀποθνῄσκειν, προσδραμὼν Ξενοφῶντα ἱκέτευε βοηθῆσαι παιδὶ καλῷ. [7.4.8] καὶ ὃς προσελθὼν τῷ Σεύθῃ δεῖται μὴ ἀποκτεῖναι τὸν παῖδα, καὶ τοῦ Ἐπισθένους διηγεῖται τὸν τρόπον, καὶ ὅτι λόχον ποτὲ συνελέξατο σκοπῶν οὐδὲν ἄλλο ἢ εἴ τινες εἶεν καλοί, καὶ μετὰ τούτων ἦν ἀνὴρ ἀγαθός. [7.4.9] ὁ δὲ Σεύθης ἤρετο· Ἦ καὶ θέλοις ἄν, ὦ Ἐπίσθενες, ὑπὲρ τούτου ἀποθανεῖν; ὁ δ᾽ ὑπερανατείνας τὸν τράχηλον, Παῖε, ἔφη, εἰ κελεύει ὁ παῖς καὶ μέλλει χάριν εἰδέναι. [7.4.10] ἐπήρετο ὁ Σεύθης τὸν παῖδα εἰ παίσειεν αὐτὸν ἀντ᾽ ἐκείνου. οὐκ εἴα ὁ παῖς, ἀλλ᾽ ἱκέτευε μηδέτερον κατακαίνειν. ἐνταῦθα ὁ Ἐπισθένης περιλαβὼν τὸν παῖδα εἶπεν· Ὥρα σοι, ὦ Σεύθη, περὶ τοῦδέ μοι διαμάχεσθαι· οὐ γὰρ μεθήσω τὸν παῖδα. [7.4.11] ὁ δὲ Σεύθης γελῶν ταῦτα μὲν εἴα· ἔδοξε δὲ αὐτῷ αὐτοῦ αὐλισθῆναι, ἵνα μηδ᾽ ἐκ τούτων τῶν κωμῶν οἱ ἐπὶ τοῦ ὄρους τρέφοιντο. καὶ αὐτὸς μὲν ἐν τῷ πεδίῳ ὑποκαταβὰς ἐσκήνου, ὁ δὲ Ξενοφῶν ἔχων τοὺς ἐπιλέκτους ἐν τῇ ὑπὸ τὸ ὄρος ἀνωτάτω κώμῃ, καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ἐν τοῖς ὀρεινοῖς καλουμένοις Θρᾳξὶ πλησίον κατεσκήνησαν.

[7.4.1] Την άλλη μέρα ο Σεύθης έκαψε ολότελα τα χωριά και δεν άφησε ούτ᾽ ένα σπίτι, με σκοπό να κάμει και τους άλλους να φοβηθούν γι᾽ αυτά που τους περιμένουν, αν δεν υποταχτούν. Ύστερα ξανάφυγε. [7.4.2] Κι έστειλε τον Ηρακλείδη στην Πέρινθο για να πουλήσει τα λάφυρα, ώστε να μπορέσει να δώσει μισθό στους στρατιώτες. Τότε κι αυτός κι οι Έλληνες στρατοπέδεψαν στον κάμπο των Θυνών, που άφησαν τα χωριά τους κι έφυγαν για τα βουνά. [7.4.3] Μα το χιόνι ήταν άφθονο και το κρύο τόσο πολύ, ώστε το νερό που έφερναν για το δείπνο πάγωνε καθώς και το κρασί μέσα στα δοχεία. Επίσης ξεπάγιαζαν τ᾽ αυτιά και οι μύτες πολλών Ελλήνων. [7.4.4] Τότε έγινε φανερό γιατί οι Θράκες συνηθίζουν να φορούν στα κεφάλια και στ᾽ αυτιά τους δέρματα από αλεπούδες, και χιτώνες που σκεπάζουν όχι μονάχα το στήθος, αλλά και τα μεριά. Για τον ίδιο λόγο, όταν είναι επάνω στ᾽ άλογά τους, δεν φορούν χλαμύδες, παρά μανδύες που φτάνουν ίσαμε τα πόδια τους. [7.4.5] Τότε ο Σεύθης άφησε μερικούς αιχμάλωτους και τους έδωσε διαταγή να πουν στους Θυνούς που βρίσκονταν απάνω στα βουνά ότι, αν δεν κατέβουν στα σπίτια τους και δεν κάνουν ό,τι τους διατάζει, θα κάψει και τα δικά τους χωριά και τα σιτάρια, και θα πεθάνουν από την πείνα. Γι᾽ αυτό άρχισαν να κατεβαίνουν και γυναίκες και παιδιά και γέροι, ενώ οι νέοι έμειναν στα χωριά που βρίσκονταν στα ριζοβούνια. [7.4.6] Μόλις το πληροφορήθηκε ο Σεύθης παρακάλεσε τον Ξενοφώντα να πάρει τους πιο νέους από τους οπλίτες και να τον ακολουθήσει. Ξεκίνησαν τη νύχτα, και μόλις ξημέρωσε έφτασαν στα χωριά. Οι πιο πολλοί από τους εχθρούς γλίτωσαν, γιατί το βουνό ήταν κοντά· αλλά όσους έπιασε ο Σεύθης τούς σκότωσε χτυπώντας τους με τα ακόντια, χωρίς να τους λυπηθεί.
{ [7.4.7] Ήταν εκεί και κάποιος Επισθένης από την Όλυνθο, που είχε προτίμηση στα αγόρια· αυτός μόλις είδε ότι ένας όμορφος νεαρός στην ακμή της νιότης του και με μια ελαφριά ασπίδα ακόμη στα χέρια του επρόκειτο να εκτελεστεί, έτρεξε στον Ξενοφώντα και τον ικέτευσε να τρέξει να σώσει τον όμορφο νεαρό. [7.4.8] Ο Ξενοφώντας πλησίασε τον Σεύθη και τον παρακάλεσε να μην εκτελέσει το αγόρι· του εξήγησε τις προτιμήσεις του Επισθένη και του διηγήθηκε ότι αυτός κάποτε συγκρότησε ένα λόχο με μοναδικό κριτήριο επιλογής των στρατιωτών την ομορφιά τους και ότι με αυτόν τον λόχο αναδείχθηκε γενναίος άντρας. [7.4.9] Ο Σεύθης τότε ρώτησε: «Στ᾽ αλήθεια, Επισθένη, είσαι πρόθυμος να πεθάνεις στη θέση του αγοριού;» Κι ο Επισθένης τεντώνοντας τον λαιμό του είπε: «Χτύπα, αν το θέλει το αγόρι κι αν πρόκειται να μου χρωστάει ευγνωμοσύνη». [7.4.10] Ο Σεύθης ρώτησε το αγόρι αν πρέπει να σκοτώσει τον Επισθένη στη θέση του. Το αγόρι όμως δεν δεχόταν και τον παρακαλούσε να μην σκοτώσει ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Τότε ο Επισθένης αγκάλιασε το αγόρι και είπε: «Τώρα, Σεύθη, πρέπει να πολεμήσεις μαζί μου για να πάρεις αυτό το αγόρι· γιατί δεν θα το εγκαταλείψω». [7.4.11] Κι ο Σεύθυς γελώντας υποχώρησε.} Αποφάσισε τότε να μείνουν εδώ, ώστε εκείνοι που ανέβηκαν στα βουνά να μην παίρνουν τρόφιμα ούτε από τούτα τα χωριά. Ο ίδιος κατέβηκε και κατασκήνωσε στον κάμπο, ενώ ο Ξενοφώντας με διαλεγμένους στρατιώτες του στρατοπέδεψε στο ψηλότερο χωριό του βουνού, κι οι άλλοι Έλληνες κοντά στους Θράκες, που τους ονόμαζαν ορεινούς.