Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (486a-487d)

[486a] Καὶ μήν που καὶ τόδε δεῖ σκοπεῖν, ὅταν κρίνειν μέλλῃς φύσιν φιλόσοφόν τε καὶ μή.
Τὸ ποῖον;
Μή σε λάθῃ μετέχουσα ἀνελευθερίας· ἐναντιώτατον γάρ που σμικρολογία ψυχῇ μελλούσῃ τοῦ ὅλου καὶ παντὸς ἀεὶ ἐπορέξεσθαι θείου τε καὶ ἀνθρωπίνου.
Ἀληθέστατα, ἔφη.
Ἧι οὖν ὑπάρχει διανοίᾳ μεγαλοπρέπεια καὶ θεωρία παντὸς μὲν χρόνου, πάσης δὲ οὐσίας, οἷόν τε οἴει τούτῳ μέγα τι δοκεῖν εἶναι τὸν ἀνθρώπινον βίον;
Ἀδύνατον, ἦ δ᾽ ὅς.
[486b] Οὐκοῦν καὶ θάνατον οὐ δεινόν τι ἡγήσεται ὁ τοιοῦτος;
Ἥκιστά γε.
Δειλῇ δὴ καὶ ἀνελευθέρῳ φύσει φιλοσοφίας ἀληθινῆς, ὡς ἔοικεν, οὐκ ἂν μετείη.
Οὔ μοι δοκεῖ.
Τί οὖν; ὁ κόσμιος καὶ μὴ φιλοχρήματος μηδ᾽ ἀνελεύθερος μηδ᾽ ἀλαζὼν μηδὲ δειλὸς ἔσθ᾽ ὅπῃ ἂν δυσσύμβολος ἢ ἄδικος γένοιτο;
Οὐκ ἔστιν.
Καὶ τοῦτο δὴ ψυχὴν σκοπῶν φιλόσοφον καὶ μὴ εὐθὺς νέου ὄντος ἐπισκέψῃ, εἰ ἄρα δικαία τε καὶ ἥμερος ἢ δυσκοινώνητος καὶ ἀγρία.
Πάνυ μὲν οὖν.
[486c] Οὐ μὴν οὐδὲ τόδε παραλείψεις, ὡς ἐγᾦμαι.
Τὸ ποῖον;
Εὐμαθὴς ἢ δυσμαθής. ἢ προσδοκᾷς ποτέ τινά τι ἱκανῶς ἂν στέρξαι, ὃ πράττων ἂν ἀλγῶν τε πράττοι καὶ μόγις σμικρὸν ἀνύτων;
Οὐκ ἂν γένοιτο.
Τί δ᾽ εἰ μηδὲν ὧν μάθοι σῴζειν δύναιτο, λήθης ὢν πλέως; ἆρ᾽ ἂν οἷός τ᾽ εἴη ἐπιστήμης μὴ κενὸς εἶναι;
Καὶ πῶς;
Ἀνόνητα δὴ πονῶν οὐκ οἴει ἀναγκασθήσεται τελευτῶν αὑτόν τε μισεῖν καὶ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν;
Πῶς δ᾽ οὔ;
[486d] Ἐπιλήσμονα ἄρα ψυχὴν ἐν ταῖς ἱκανῶς φιλοσόφοις μή ποτε ἐγκρίνωμεν, ἀλλὰ μνημονικὴν αὐτὴν ζητῶμεν δεῖν εἶναι.
Παντάπασι μὲν οὖν.
Ἀλλ᾽ οὐ μὴν τό γε τῆς ἀμούσου τε καὶ ἀσχήμονος φύσεως ἄλλοσέ ποι ἂν φαῖμεν ἕλκειν ἢ εἰς ἀμετρίαν.
Τί μήν;
Ἀλήθειαν δ᾽ ἀμετρίᾳ ἡγῇ συγγενῆ εἶναι ἢ ἐμμετρίᾳ;
Ἐμμετρίᾳ.
Ἔμμετρον ἄρα καὶ εὔχαριν ζητῶμεν πρὸς τοῖς ἄλλοις διάνοιαν φύσει, ἣν ἐπὶ τὴν τοῦ ὄντος ἰδέαν ἑκάστου τὸ αὐτοφυὲς εὐάγωγον παρέξει.
Πῶς δ᾽ οὔ;
[486e] Τί οὖν; μή πῃ δοκοῦμέν σοι οὐκ ἀναγκαῖα ἕκαστα διεληλυθέναι καὶ ἑπόμενα ἀλλήλοις τῇ μελλούσῃ τοῦ ὄντος ἱκανῶς τε καὶ τελέως ψυχῇ μεταλήψεσθαι;
[487a] Ἀναγκαιότατα μὲν οὖν, ἔφη.
Ἔστιν οὖν ὅπῃ μέμψῃ τοιοῦτον ἐπιτήδευμα, ὃ μή ποτ᾽ ἄν τις οἷός τε γένοιτο ἱκανῶς ἐπιτηδεῦσαι, εἰ μὴ φύσει εἴη μνήμων, εὐμαθής, μεγαλοπρεπής, εὔχαρις, φίλος τε καὶ συγγενὴς ἀληθείας, δικαιοσύνης, ἀνδρείας, σωφροσύνης;
Οὐδ᾽ ἂν ὁ Μῶμος, ἔφη, τό γε τοιοῦτον μέμψαιτο.
Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, τελειωθεῖσι τοῖς τοιούτοις παιδείᾳ τε καὶ ἡλικίᾳ ἆρα οὐ μόνοις ἂν τὴν πόλιν ἐπιτρέποις;
[487b] Καὶ ὁ Ἀδείμαντος, Ὦ Σώκρατες, ἔφη, πρὸς μὲν ταῦτά σοι οὐδεὶς ἂν οἷός τ᾽ εἴη ἀντειπεῖν. ἀλλὰ γὰρ τοιόνδε τι πάσχουσιν οἱ ἀκούοντες ἑκάστοτε ἃ νῦν λέγεις· ἡγοῦνται δι᾽ ἀπειρίαν τοῦ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ὑπὸ τοῦ λόγου παρ᾽ ἕκαστον τὸ ἐρώτημα σμικρὸν παραγόμενοι, ἁθροισθέντων τῶν σμικρῶν ἐπὶ τελευτῆς τῶν λόγων μέγα τὸ σφάλμα καὶ ἐναντίον τοῖς πρώτοις ἀναφαίνεσθαι, καὶ ὥσπερ ὑπὸ τῶν πεττεύειν δεινῶν οἱ μὴ τελευτῶντες ἀποκλείονται καὶ οὐκ ἔχουσιν ὅτι [487c] φέρωσιν, οὕτω καὶ σφεῖς τελευτῶντες ἀποκλείεσθαι καὶ οὐκ ἔχειν ὅτι λέγωσιν ὑπὸ πεττείας αὖ ταύτης τινὸς ἑτέρας, οὐκ ἐν ψήφοις ἀλλ᾽ ἐν λόγοις· ἐπεὶ τό γε ἀληθὲς οὐδέν τι μᾶλλον ταύτῃ ἔχειν. λέγω δ᾽ εἰς τὸ παρὸν ἀποβλέψας. νῦν γὰρ φαίη ἄν τίς σοι λόγῳ μὲν οὐκ ἔχειν καθ᾽ ἕκαστον τὸ ἐρωτώμενον ἐναντιοῦσθαι, ἔργῳ δὲ ὁρᾶν, ὅσοι ἂν ἐπὶ φιλοσοφίαν ὁρμήσαντες μὴ τοῦ πεπαιδεῦσθαι ἕνεκα ἁψάμενοι νέοι ὄντες [487d] ἀπαλλάττωνται, ἀλλὰ μακρότερον ἐνδιατρίψωσιν, τοὺς μὲν πλείστους καὶ πάνυ ἀλλοκότους γιγνομένους, ἵνα μὴ παμπονήρους εἴπωμεν, τοὺς δ᾽ ἐπιεικεστάτους δοκοῦντας ὅμως τοῦτό γε ὑπὸ τοῦ ἐπιτηδεύματος οὗ σὺ ἐπαινεῖς πάσχοντας, ἀχρήστους ταῖς πόλεσι γιγνομένους.
Καὶ ἐγὼ ἀκούσας, Οἴει οὖν, εἶπον, τοὺς ταῦτα λέγοντας ψεύδεσθαι;
Οὐκ οἶδα, ἦ δ᾽ ὅς, ἀλλὰ τὸ σοὶ δοκοῦν ἡδέως ἂν ἀκούοιμι.
Ἀκούοις ἂν ὅτι ἔμοιγε φαίνονται τἀληθῆ λέγειν.

[486a] Ακόμη πρέπει να έχεις υπόψη σου και τούτο, όταν πρόκειται να ξεχωρίσεις την αληθινή φιλοσοφική φύση από την αντίθετή της.
Το ποιό;
Μήπως σε γελάσει κι έχει τίποτα το ταπεινό και το ανελεύθερο μέσα της· γιατί η μικρολογία είναι ολωσδιόλου ασυμβίβαστη με μια ψυχή που είναι προορισμένη να λαχταρά στο σύνολό τους τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα.
Έχεις δίκιο.
Μια λοιπόν διάνοια, προικισμένη με τέτοια μεγαλοπρέπεια και με την ικανότητα να οραματίζεται την αιωνιότητα του χρόνου και το σύνολο της ουσίας, νομίζεις πως μπορεί ποτέ να δίνει καμιά μεγάλη σημασία στην ανθρώπινη ζωή;
Αδύνατο.
[486b] Ώστε και το θάνατο θα τον θεωρεί σαν ένα φοβερό [486c] Ούτ᾽ αυτό όμως θα παραλείψεις, υποθέτω.
Το ποιό;
Αν έχει γρήγορη αντίληψη να μαθαίνει εύκολα ή όχι· ή περιμένεις να βρίσκει κανείς αρκετή ευχαρίστηση σ᾽ ένα πράγμα που θα το έκανε με κόπους και με βάσανα και με ασήμαντη σχεδόν πρόοδο;
Δε μπορεί βέβαια να γίνει αυτό.
Τί δε; αν δεν μπορεί να κρατήσει τίποτε απ᾽ όσα μαθαίνει, γιατί δεν τον βοηθά η μνήμη του, θα είναι δυνατόν να γίνει ποτέ κάτοχος επιστήμης;
Και πώς;
Αν λοιπόν κοπιάζει χωρίς καμιά ωφέλεια, δε θ᾽ αναγκαστεί στο τέλος και τον εαυτό του να σιχαθεί και κάθε τέτοια ενασχόληση;
Πώς όχι;
[486d] Ώστε δεν μπορούμε να εγκρίνομε να καταταχθεί μέσα στους ικανούς για τη φιλοσοφία μια ψυχή που δεν είναι προικισμένη με μνήμη και με ισχυρή μάλιστα μνήμη.
Εξάπαντος.
Αλλά για μια φύση άμουση και αφιλόκαλη πού αλλού θα πούμε πως τραβά φυσικά παρά στην ασυμμετρία.
Πού αλλού βέβαια;
Νομίζεις όμως πως η αλήθεια έχει περισσότερη σχέση με τη συμμετρία ή την ασυμμετρία;
Με τη συμμετρία.
Πρέπει λοιπόν εκτός από τ᾽ άλλα να ζητούμε μια διάνοια προικισμένη από τη φύση έτσι που ν᾽ αγαπά τη συμμετρία και τη χάρη, και που η έμφυτη προδιάθεσή της θα την οδηγά εύκολα προς το καθαυτό ον.
Πώς όχι;
[486e] Αλλά στάσου· μήπως σου περνά κάπως η ιδέα πως όλες αυτές οι ιδιότητες που απαριθμήσαμε δεν είναι και συνέπεια η μία της άλλης και απαραίτητες για την ψυχή που πρόκειται να μεταλάβει, όσο παίρνει αρκετά, από το ον;
[487a] Και πολύ μάλιστα απαραίτητες.
Μπορείς λοιπόν να βρεις κανένα ψεγάδι σ᾽ ένα επιτήδευμα, που δε θα ήταν άξιο να το εξασκήσει κανείς ικανοποιητικά, αν δεν είναι από τη φύση προικισμένος με μνήμη, με ευμάθεια, με μεγαλοπρέπεια, με φιλοκαλία και δεν είναι συγγενής και φίλος της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ανδρείας, της σωφροσύνης;
Ούτε ο ίδιος ο Μώμος θα μπορούσε να του βρει κανένα ψεγάδι.
Αλλά όταν τελειοποιηθούν οι τέτοιοι με την εκπαίδευση και με την πείρα της ηλικίας, δε θ᾽ αναθέσεις λοιπόν σ᾽ αυτούς και μόνους την κυβέρνηση της πολιτείας;

Γιατί οι φιλόσοφοι αχρηστεύονται και μερικοί διαφθείρονται μέσα στις σύγχρονες πόλεις
[487b] Εδώ πήρε ο Αδείμαντος το λόγο και: Σωκράτη, είπε, όσο γι᾽ αυτά, κανείς βέβαια δε θα μπορούσε να σου φέρει αντίρρηση. Αλλά νά τί παθαίνουν όσοι ακούνε κάθε φορά αυτά που τώρα λες: νομίζουν ότι, επειδή δεν είναι αρκετά γυμνασμένοι να ερωτούν και ν᾽ αποκρίνουνται, παρασέρνονται λίγο λιγάκι από κάθε ερώτημα πάνω στη συζήτηση, κι από μικρό σε μικρό παραστράτημα, στο τέλος όταν μαζευτούν όλ᾽ αυτά τα μικρά, παρουσιάζεται ένα μεγαλότατο σφάλμα και ολωσδιόλου αντίθετο με όσα στην αρχή παραδέχουνταν, και όπως στο παιχνίδι των πεσσών τους μέτριους παίχτες τους κλείνουν στο τέλος οι ξεσκολισμένοι και δεν ξέρουν τί [487c] να σύρουν, έτσι κι αυτοί κλείνονται και δεν έχουν τί να πουν σ᾽ αυτό το άλλο είδος παιχνίδι, που δεν παίζεται με πεσσούς αλλά με λόγια· μ᾽ όλα ταύτα δεν παραδέχονται μέσα τους πως η αλήθεια είναι όπως εσύ την παρουσιάζεις· και το λέω αυτό σχετικά με την τωρινή μας συζήτηση· γιατί κανείς βέβαια δε θα μπορούσε να μην παραδεχτεί πως με τα λόγια δεν θα ήταν δυνατόν να σου φέρει αντίρρηση σε καθεμιά χωριστά ερώτησή σου, στην πραγματικότητα όμως βλέπομε πως όσοι επιδίδονται στη φιλοσοφία όχι μόνο στη νεότητά τους και απλώς για να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους, [487d] αλλά και κατόπι σ᾽ όλη τους τη ζωή εξακολουθούν να καταγίνουνται, οι περισσότεροι καταντούν ολωσδιόλου αλλόκοτοι, για να μην πω και τίποτα χειρότερο· και κείνοι πάλι που μεταξύ τους περνούν για καλύτεροι γίνονται ολότελα άχρηστοι στις πόλεις των, απ᾽ αυτήν ακριβώς την ενασχόληση που εσύ επαινείς.
Και νομίζεις άραγε, Αδείμαντε, πως έχουν άδικο όσοι το λένε αυτό;
Δεν ξέρω, θα μου έκανε όμως ευχαρίστηση ν᾽ ακούσω ποιά είναι η δική σου η ιδέα.
Θ᾽ ακούσεις λοιπόν πως όσο για μένα, μου φαίνεται να λένε την αλήθεια.