Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (440c-441c)

[440c] Τί δέ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅταν τις οἴηται ἀδικεῖν; οὐχ ὅσῳ ἂν γενναιότερος ᾖ, τοσούτῳ ἧττον δύναται ὀργίζεσθαι καὶ πεινῶν καὶ ῥιγῶν καὶ ἄλλο ὁτιοῦν τῶν τοιούτων πάσχων ὑπ᾽ ἐκείνου ὃν ἂν οἴηται δικαίως ταῦτα δρᾶν, καί, ὃ λέγω, οὐκ ἐθέλει πρὸς τοῦτον αὐτοῦ ἐγείρεσθαι ὁ θυμός;
Ἀληθῆ, ἔφη.
Τί δὲ ὅταν ἀδικεῖσθαί τις ἡγῆται; οὐκ ἐν τούτῳ ζεῖ τε καὶ χαλεπαίνει καὶ συμμαχεῖ τῷ δοκοῦντι δικαίῳ καί, διὰ τὸ πεινῆν καὶ διὰ τὸ ῥιγοῦν καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα πάσχειν, [440d] ὑπομένων καὶ νικᾷ καὶ οὐ λήγει τῶν γενναίων, πρὶν ἂν ἢ διαπράξηται ἢ τελευτήσῃ ἢ ὥσπερ κύων ὑπὸ νομέως ὑπὸ τοῦ λόγου τοῦ παρ᾽ αὑτῷ ἀνακληθεὶς πραϋνθῇ;
Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη, ἔοικε τούτῳ ᾧ λέγεις· καίτοι γ᾽ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει τοὺς ἐπικούρους ὥσπερ κύνας ἐθέμεθα ὑπηκόους τῶν ἀρχόντων ὥσπερ ποιμένων πόλεως.
Καλῶς γάρ, ἦν δ᾽ ἐγώ, νοεῖς ὃ βούλομαι λέγειν. ἀλλ᾽ ἦ πρὸς τούτῳ καὶ τόδε ἐνθυμῇ;
[440e] Τὸ ποῖον;
Ὅτι τοὐναντίον ἢ ἀρτίως ἡμῖν φαίνεται περὶ τοῦ θυμοειδοῦς. τότε μὲν γὰρ ἐπιθυμητικόν τι αὐτὸ ᾠόμεθα εἶναι, νῦν δὲ πολλοῦ δεῖν φαμεν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον αὐτὸ ἐν τῇ τῆς ψυχῆς στάσει τίθεσθαι τὰ ὅπλα πρὸς τὸ λογιστικόν.
Παντάπασιν, ἔφη.
Ἆρ᾽ οὖν ἕτερον ὂν καὶ τούτου, ἢ λογιστικοῦ τι εἶδος, ὥστε μὴ τρία ἀλλὰ δύο εἴδη εἶναι ἐν ψυχῇ, λογιστικὸν καὶ ἐπιθυμητικόν; ἢ καθάπερ ἐν τῇ πόλει συνεῖχεν αὐτὴν τρία [441a] ὄντα γένη, χρηματιστικόν, ἐπικουρητικόν, βουλευτικόν, οὕτως καὶ ἐν ψυχῇ τρίτον τοῦτό ἐστι τὸ θυμοειδές, ἐπίκουρον ὂν τῷ λογιστικῷ φύσει, ἐὰν μὴ ὑπὸ κακῆς τροφῆς διαφθαρῇ;
Ἀνάγκη, ἔφη, τρίτον.
Ναί, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἄν γε τοῦ λογιστικοῦ ἄλλο τι φανῇ, ὥσπερ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ἐφάνη ἕτερον ὄν.
Ἀλλ᾽ οὐ χαλεπόν, ἔφη, φανῆναι· καὶ γὰρ ἐν τοῖς παιδίοις τοῦτό γ᾽ ἄν τις ἴδοι, ὅτι θυμοῦ μὲν εὐθὺς γενόμενα μεστά ἐστι, λογισμοῦ δ᾽ ἔνιοι μὲν ἔμοιγε δοκοῦσιν οὐδέποτε [441b] μεταλαμβάνειν, οἱ δὲ πολλοὶ ὀψέ ποτε.
Ναὶ μὰ Δί᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, καλῶς γε εἶπες. ἔτι δὲ ἐν τοῖς θηρίοις ἄν τις ἴδοι ὃ λέγεις, ὅτι οὕτως ἔχει. πρὸς δὲ τούτοις καὶ ὃ ἄνω που [ἐκεῖ] εἴπομεν, τὸ τοῦ Ὁμήρου μαρτυρήσει, τὸ—
στῆθος δὲ πλήξας κραδίην ἠνίπαπε μύθῳ·
ἐνταῦθα γὰρ δὴ σαφῶς ὡς ἕτερον ἑτέρῳ ἐπιπλῆττον [441c] πεποίηκεν Ὅμηρος τὸ ἀναλογισάμενον περὶ τοῦ βελτίονός τε καὶ χείρονος τῷ ἀλογίστως θυμουμένῳ.
Κομιδῇ, ἔφη, ὀρθῶς λέγεις.
Ταῦτα μὲν ἄρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, μόγις διανενεύκαμεν, καὶ ἡμῖν ἐπιεικῶς ὡμολόγηται τὰ αὐτὰ μὲν ἐν πόλει, τὰ αὐτὰ δ᾽ ἐν ἑνὸς ἑκάστου τῇ ψυχῇ γένη ἐνεῖναι καὶ ἴσα τὸν ἀριθμόν.
Ἔστι ταῦτα.
Οὐκοῦν ἐκεῖνό γε ἤδη ἀναγκαῖον, ὡς πόλις ἦν σοφὴ καὶ ᾧ, οὕτω καὶ τὸν ἰδιώτην καὶ τούτῳ σοφὸν εἶναι;
Τί μήν;

[440c] Τί γίνεται όμως, όταν κανείς συναισθάνεται πως έχει άδικο; Δεν οργίζεται τόσο πιο λίγο, όσο ευγενικότερα αισθήματα έχει, ό,τι και να του επιβάλει, είτε πείνα είτε ψύχος είτε κι όποιαν άλλη κακομεταχείριση, εκείνος που αναγνωρίζει πως έχει δίκιο να τον μεταχειρίζεται μ᾽ αυτό τον τρόπο, και ούτε θα θελήσει, αυτό δα που λέγω, να σηκωθεί ο θυμός του εναντίον του;
Αλήθεια.
Εάν όμως πιστεύει κανείς πως αδικείται, δεν αναβράζει τότε μέσα του ο θυμός και αγριεύει και πηγαίνει σύμμαχος με το μέρος εκείνου που του φαίνεται δίκιο, και υπομένοντας πείνα και κρύο και ό,τι άλλο τέτοιο πάσχει, [440d] δεν κατορθώνει να τα κατανικήσει και τότε μόνο τελειώνει τις γενναίες του προσπάθειες, όταν πετύχει ή όταν πεθάνει, ή όταν, καθώς ο σκύλος από το βοσκό, έτσι κι αυτός τραβηχτεί πίσω από το λογικό που είναι μέσα του και μερέψει;
Πραγματικώς μοιάζει μ᾽ αυτό το παράδειγμα που έφερες, αφού μάλιστα παραδεχτήκαμε πως στη δική μας τουλάχιστο πόλη πρέπει οι πολεμιστές να υπακούουν στους άρχοντες σαν τα σκυλιά στους βοσκούς.
Πολύ καλά κατάλαβες αυτό που θέλω να πω. Μα βάζεις ακόμη στο νου σου και κάτι άλλο εκτός απ᾽ αυτό;
[440e] Το ποιό;
Ότι ο θυμοειδής χαρακτήρας μάς φανερώνεται τώρα αντίθετος απ᾽ ό,τι λίγο πριν; Γιατί τότε τον θεωρήσαμε σαν ένα είδος επιθυμητικό κι αυτόν, ενώ κάθε άλλο παρά τέτοιο λέμε τώρα πως είναι, αφού όταν ξεσπάσει καμιά στάση μες στην ψυχή, παίρνει τα όπλα με το μέρος του λογικού.
Αμφιβολία δεν χωρεί.
Μη δεν είναι λοιπόν κι αυτό τίποτ᾽ άλλο παρά ένα κάποιο είδος του λογικού, ώστε να μην είναι τρία τα είδη μες στην ψυχή αλλά δυο μονάχα, το λογικό και το επιθυμητικό; Ή όπως στην πόλη μας μέσα υπήρχαν τρεις [441a] τάξεις που την αποτελούσαν, των εργατικών, των πολεμιστών και των αρχόντων, έτσι και μέσα στην ψυχή υπάρχει κι αυτό το τρίτο είδος, ο θυμοειδής δηλαδή χαρακτήρας, που είναι ο φυσικός επίκουρος του λογικού, αν τουλάχιστο δεν διαφθαρεί από την κακή ανατροφή;
Ανάγκη να υπάρχει κι αυτό το τρίτο.
Ναι βέβαια, αν τουλάχιστο φανεί πως είναι διαφορετικό από το λογικό, καθώς εφάνηκε πως είναι διαφορετικό από το επιθυμητικό.
Μα δεν είναι δύσκολο ν᾽ αποδειχτεί αυτό· γιατί στα παιδιά θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει πως, ευθύς όταν γεννηθούν, είναι γεμάτα από θυμό, όσο όμως για λογικό, μερικοί μου φαίνεται πως ποτέ τους δεν [441b] αποκτούν, και οι περισσότεροι πάλι πολύ αργά.
Πολύ σωστή, μά την αλήθεια, αυτή σου η παρατήρηση. Κι αυτό που λες θα μπορούσε κανείς να το παρατηρήσει και στα ζώα, πως έτσι είναι. Θα μπορούσε ακόμα να το μαρτυρήσει κι εκείνος ο στίχος του Ομήρου, που κάπου και πριν τον αναφέραμε, που λέει:
και χτύπησε το στήθος του κι έτσι είπε της καρδιάς του·
γιατί εγώ παρουσιάζει ο Όμηρος δυο ξεχωριστά πράγματα, που μαλώνει το ένα το άλλο· [441c] εκείνο που με το λογικό έκρινε για το καλύτερο και το χειρότερο, και κείνο που απερίσκεπτα το παίρνει ο θυμός.
Πολύ σωστά το λες.
Έτσι λοιπόν το περάσαμε, αν και με πολύ κόπο, αυτό το πέλαγος, κι έχομε αρκετά οπωσδήποτε συμφωνήσει να παραδεχτούμε πως υπάρχουν οι ίδιες και στον ίδιο αριθμό αυτές οι δυνάμεις μες στην ψυχή του καθενός ανθρώπου, όπως και μέσα στην πόλη.
Έτσι είναι.
Δεν είναι λοιπόν τώρα ανάγκη, όπως και με ό,τι ήταν η πόλη σοφή, έτσι και με το ίδιο πράγμα να είναι σοφός και ο ιδιώτης;
Πώς όχι;