Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (352b-353d)

[352b] Καὶ θεοῖς ἄρα ἐχθρὸς ἔσται ὁ ἄδικος, ὦ Θρασύμαχε, ὁ δὲ δίκαιος φίλος.
Εὐωχοῦ τοῦ λόγου, ἔφη, θαρρῶν· οὐ γὰρ ἔγωγέ σοι ἐναντιώσομαι, ἵνα μὴ τοῖσδε ἀπέχθωμαι.
Ἴθι δή, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ τὰ λοιπά μοι τῆς ἑστιάσεως ἀποπλήρωσον ἀποκρινόμενος ὥσπερ καὶ νῦν. ὅτι μὲν γὰρ καὶ σοφώτεροι καὶ ἀμείνους καὶ δυνατώτεροι πράττειν οἱ δίκαιοι φαίνονται, οἱ δὲ ἄδικοι οὐδὲ πράττειν μετ᾽ ἀλλήλων οἷοί [352c] τε —ἀλλὰ δὴ καὶ οὕς φαμεν ἐρρωμένως πώποτέ τι μετ᾽ ἀλλήλων κοινῇ πρᾶξαι ἀδίκους ὄντας, τοῦτο οὐ παντάπασιν ἀληθὲς λέγομεν· οὐ γὰρ ἂν ἀπείχοντο ἀλλήλων κομιδῇ ὄντες ἄδικοι, ἀλλὰ δῆλον ὅτι ἐνῆν τις αὐτοῖς δικαιοσύνη, ἣ αὐτοὺς ἐποίει μήτοι καὶ ἀλλήλους γε καὶ ἐφ᾽ οὓς ᾖσαν ἅμα ἀδικεῖν, δι᾽ ἣν ἔπραξαν ἃ ἔπραξαν, ὥρμησαν δὲ ἐπὶ τὰ ἄδικα ἀδικίᾳ ἡμιμόχθηροι ὄντες, ἐπεὶ οἵ γε παμπόνηροι καὶ τελέως ἄδικοι τελέως εἰσὶ καὶ πράττειν ἀδύνατοι— ταῦτα [352d] μὲν οὖν ὅτι οὕτως ἔχει μανθάνω, ἀλλ᾽ οὐχ ὡς σὺ τὸ πρῶτον ἐτίθεσο· εἰ δὲ καὶ ἄμεινον ζῶσιν οἱ δίκαιοι τῶν ἀδίκων καὶ εὐδαιμονέστεροί εἰσιν, ὅπερ τὸ ὕστερον προυθέμεθα σκέψασθαι, σκεπτέον. φαίνονται μὲν οὖν καὶ νῦν, ὥς γέ μοι δοκεῖ, ἐξ ὧν εἰρήκαμεν· ὅμως δ᾽ ἔτι βέλτιον σκεπτέον. οὐ γὰρ περὶ τοῦ ἐπιτυχόντος ὁ λόγος, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅντινα τρόπον χρὴ ζῆν.
Σκόπει δή, ἔφη.
Σκοπῶ, ἦν δ᾽ ἐγώ. καί μοι λέγε· δοκεῖ τί σοι εἶναι ἵππου ἔργον;
[352e] Ἔμοιγε.
Ἆρ᾽ οὖν τοῦτο ἂν θείης καὶ ἵππου καὶ ἄλλου ὁτουοῦν ἔργον, ὃ ἂν ἢ μόνῳ ἐκείνῳ ποιῇ τις ἢ ἄριστα;
Οὐ μανθάνω, ἔφη.
Ἀλλ᾽ ὧδε· ἔσθ᾽ ὅτῳ ἂν ἄλλῳ ἴδοις ἢ ὀφθαλμοῖς;
Οὐ δῆτα.
Τί δέ; ἀκούσαις ἄλλῳ ἢ ὠσίν;
Οὐδαμῶς.
Οὐκοῦν δικαίως [ἂν] ταῦτα τούτων φαμὲν ἔργα εἶναι;
Πάνυ γε.
[353a] Τί δέ; μαχαίρᾳ ἂν ἀμπέλου κλῆμα ἀποτέμοις καὶ σμίλῃ καὶ ἄλλοις πολλοῖς;
Πῶς γὰρ οὔ;
Ἀλλ᾽ οὐδενί γ᾽ ἂν οἶμαι οὕτω καλῶς ὡς δρεπάνῳ τῷ ἐπὶ τούτῳ ἐργασθέντι.
Ἀληθῆ.
Ἆρ᾽ οὖν οὐ τοῦτο τούτου ἔργον θήσομεν;
Θήσομεν μὲν οὖν.
Νῦν δὴ οἶμαι ἄμεινον ἂν μάθοις ὃ ἄρτι ἠρώτων, πυνθανόμενος εἰ οὐ τοῦτο ἑκάστου εἴη ἔργον ὃ ἂν ἢ μόνον τι ἢ κάλλιστα τῶν ἄλλων ἀπεργάζηται.
Ἀλλά, ἔφη, μανθάνω τε καί μοι δοκεῖ τοῦτο ἑκάστου [353b] πράγματος ἔργον εἶναι.
Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ. οὐκοῦν καὶ ἀρετὴ δοκεῖ σοι εἶναι ἑκάστῳ ᾧπερ καὶ ἔργον τι προστέτακται; ἴωμεν δὲ ἐπὶ τὰ αὐτὰ πάλιν· ὀφθαλμῶν, φαμέν, ἔστι τι ἔργον;
Ἔστιν.
Ἆρ᾽ οὖν καὶ ἀρετὴ ὀφθαλμῶν ἔστιν;
Καὶ ἀρετή.
Τί δέ; ὤτων ἦν τι ἔργον;
Ναί.
Οὐκοῦν καὶ ἀρετή;
Καὶ ἀρετή.
Τί δὲ πάντων πέρι τῶν ἄλλων; οὐχ οὕτω;
Οὕτω.
Ἔχε δή· ἆρ᾽ ἄν ποτε ὄμματα τὸ αὑτῶν ἔργον καλῶς [353c] ἀπεργάσαιντο μὴ ἔχοντα τὴν αὑτῶν οἰκείαν ἀρετήν, ἀλλ᾽ ἀντὶ τῆς ἀρετῆς κακίαν;
Καὶ πῶς ἄν; ἔφη· τυφλότητα γὰρ ἴσως λέγεις ἀντὶ τῆς ὄψεως.
Ἥτις, ἦν δ᾽ ἐγώ, αὐτῶν ἡ ἀρετή· οὐ γάρ πω τοῦτο ἐρωτῶ, ἀλλ᾽ εἰ τῇ οἰκείᾳ μὲν ἀρετῇ τὸ αὑτῶν ἔργον εὖ ἐργάσεται τὰ ἐργαζόμενα, κακίᾳ δὲ κακῶς.
Ἀληθές, ἔφη, τοῦτό γε λέγεις.
Οὐκοῦν καὶ ὦτα στερόμενα τῆς αὑτῶν ἀρετῆς κακῶς τὸ αὑτῶν ἔργον ἀπεργάσεται;
Πάνυ γε.
[353d] Τίθεμεν οὖν καὶ τἆλλα πάντα εἰς τὸν αὐτὸν λόγον;
Ἔμοιγε δοκεῖ.
Ἴθι δή, μετὰ ταῦτα τόδε σκέψαι. ψυχῆς ἔστιν τι ἔργον ὃ ἄλλῳ τῶν ὄντων οὐδ᾽ ἂν ἑνὶ πράξαις, οἷον τὸ τοιόνδε· τὸ ἐπιμελεῖσθαι καὶ ἄρχειν καὶ βουλεύεσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα, ἔσθ᾽ ὅτῳ ἄλλῳ ἢ ψυχῇ δικαίως ἂν αὐτὰ ἀποδοῖμεν καὶ φαῖμεν ἴδια ἐκείνης εἶναι;
Οὐδενὶ ἄλλῳ.
Τί δ᾽ αὖ τὸ ζῆν; οὐ ψυχῆς φήσομεν ἔργον εἶναι;
Μάλιστά γ᾽, ἔφη.
Οὐκοῦν καὶ ἀρετήν φαμέν τινα ψυχῆς εἶναι;
Φαμέν.

[352b] Και με τους θεούς επομένως εχθρός θα είναι ο άδικος, ενώ ο δίκαιος θα είναι φίλος των.
Χόρταινε όλη την ηδονή της συζητήσεως, είπε τότε ο Θρασύμαχος, χωρίς κανένα φόβο· γιατί εγώ τουλάχιστο δεν εννοώ να σου την διακόψω, μήπως και τα χαλάσω μ᾽ αυτούς.
Εξακολούθησε λοιπόν να δείχνεις αυτή σου τη συγκατάβαση και στα επίλοιπα και απάντα μου, όπως το έκανες ως τώρα. Είδαμε πως οι δίκαιοι φαίνονται και σοφότεροι και ικανότεροι και δυνατότεροι από τους αδίκους σ᾽ ό,τι κάνουν, ενώ απεναντίας οι άδικοι ούτε ν᾽ αναλάβουν καμιά κοινή με άλλους επιχείρηση [352c] είναι ικανοί· κι όταν όμως ακόμα παραδεχόμαστε πως θα μπορούσαν να βγάλουν πέρα μια κοινή επιχείρηση με επιτυχία, και πάλι λέγω πως δεν θα ήταν αληθινό αυτό· γιατί, αν ήταν πραγματικώς ολωσδιόλου άδικοι, δεν θα ήταν δυνατό να μη στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου· αλλά είναι φανερό πως θα έμενε ακόμη μέσα τους κάποιο ίχνος δικαιοσύνης, που θα τους εμπόδιζε τουλάχιστο να αδικούνται και μεταξύ τους τον καιρό που επιχειρούσαν ν᾽ αδικήσουν κάποιους άλλους· και μόνο μ᾽ αυτό τον τρόπο θα κατόρθωσαν, αν κατόρθωσαν τίποτε, σε μιαν άδικη επιχείρηση που ανέλαβαν· γιατί ίσως να μην ήσαν εξολοκλήρου αλλά μόνο εξ ημισείας κυριευμένοι από την αδικία· επειδή οι παμπόνηροι και οι ολωσδιόλου άδικοι είναι και ολωσδιόλου ανίκανοι να κατορθώσουν τίποτα. Έτσι [352d] αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα και όχι όπως εσύ τα έθεσες στην αρχή. Μας υπολείπεται να εξετάσομε αυτό που τ᾽ αφήσαμε και τελευταίο, αν ζουν και πιο καλά από τους δικαίους οι άδικοι κι αν είναι πιο ευτυχισμένοι απ᾽ αυτούς· και ναι μεν, αυτό είναι φανερό κι αποδεδειγμένο, καθώς νομίζω, απ᾽ όσα είπαμε ως τώρα· ας το εξετάσομε όμως και καλύτερα.
Εξέτασέ το λοιπόν, μου είπε.
Αυτό κάνω τώρα· παραδέχεσαι, σε ρωτώ, πως το άλογο έχει μια κάποια ορισμένη δουλειά;
[352e] Έχει.
Και παραδέχεσαι πως δουλειά του αλόγου, ή και όποιου άλλου ζώου, είναι εκείνο που θα μπορούσε από το άλογο μονάχα να εκτελεστεί ή τουλάχιστο μονάχ᾽ απ᾽ αυτό πιο καλά;
Δε σε καταλαβαίνω.
Να, παραδείγματος χάρη· μπορείς να δεις αλλιώς παρά με τα μάτια;
Δεν μπορώ βέβαια.
Και να ακούσεις με τίποτε άλλο παρά με τ᾽ αυτιά σου;
Ούτε.
Ώστε μπορούμε να πούμε με το δίκιο μας πως αυτό είναι η δουλειά των.
Μάλιστα.
[353a] Θα μπορούσες τώρα να κλαδέψεις ένα κλήμα μ᾽ ένα μαχαίρι, ή μ᾽ ένα σμιλάρι, ή με πολλά άλλα τέτοια εργαλεία;
Και πώς όχι;
Αλλά με κανένα άλλο, νομίζω, δε θα το ᾽κανες τόσο καλά όσο μ᾽ εκείνο το δρεπάνι που είναι κατασκευασμένο επίτηδες γι᾽ αυτό το σκοπό.
Είναι αλήθεια αυτό που λες.
Δε θα πούμε λοιπόν πως αυτή είναι η αποκλειστική του δουλειά;
Βέβαια, θα το πούμε.
Τώρα λοιπόν, υποθέτω, θα κατάλαβες καλύτερα εκείνο που σε ρώτησα πριν: αν δηλαδή κάθε πράγμα δεν έχει δουλειά του εκείνο που ή αυτό μονάχα μπορεί να κάμει ή τουλάχιστο καλύτερο από κάθε άλλο.
Μα ναι, τώρα σε καταλαβαίνω, κι αυτό παραδέχομαι πως έχει [353b] δουλειά του το κάθε πράγμα.
Πολύ καλά· παραδέχεσαι λοιπόν ακόμη πως για κάθε πράγμα, που του έχει ανατεθεί μια ορισμένη λειτουργία να εκτελεί, θα πούμε πως έχει μιαν αρετή ολωσδιόλου δική του; Κι ας ξαναγυρίσομε στα ίδια παραδείγματα: είπαμε πως τα μάτια έχουν μιαν ορισμένη λειτουργία· έχουν λοιπόν και μιαν αρετή που είναι αποκλειστικώς δική των;
Έχουν.
Επίσης και τ᾽ αυτιά;
Και αυτά.
Και όλα τα πράγματα κατά τον ίδιο τρόπο;
Μάλιστα.
Στάσου τώρα μια στιγμή· θα μπορούσαν ποτέ τα μάτια να εκτελέσουν καλά [353c] τη δουλειά των, αν δεν είχαν την αρετή που είναι αποκλειστικώς δική των αλλά την αντίθετη κακία;
Και πώς θα ήταν δυνατό; εννοείς δηλαδή αν είχαν τάχα τυφλότητα, αντί την ικανότητα που έχουν να βλέπουν.
Οποιαδήποτε κι αν είναι η αρετή των· γιατί δεν είναι αυτό που θέλω να μάθω, αλλά αν ένα πράγμα εκτελεί καλά τη δουλειά του με την αποκλειστική αρετή που έχει, και κακά με την αντίθετη κακία.
Έτσι είναι βέβαια, όπως το λες.
Λοιπόν και τ᾽ αυτιά, αν στερηθούν την αποκλειστική των αρετή, δε θα κάμουν κακά τη δουλειά που έχουν να κάμουν;
Πραγματικώς, ναι.
[353d] Και έτσι και όλα τα άλλα, δεν μπορούμε να τα βάλομε στην ίδια κατηγορία;
Μου φαίνεται.
Έλα λοιπόν τώρα και ακολούθησε αυτό το συλλογισμό: Έχει τάχα και η ψυχή καμιάν ορισμένη δουλειά, που με κανένα άλλο πράγμα δε θα μπορούσε να εκτελεστεί; παραδείγματος χάριν, να σκεπτόμαστε, να κυβερνούμε, να αποφασίζομε, και τα τέτοια, θα είχαμε δίκιο να τ᾽ αποδώσομε σ᾽ αυτήν και να λέμε πως αυτά είναι η δουλειά της;
Ναι, με κανένα άλλο πράγμα.
Κι για τη ζωή τί λες; Δε θα την πούμε δουλειά της ψυχής;
Μάλιστα, είπε.
Ώστε παραδεχόμαστε πως και η ψυχή έχει μιαν αρετή που είναι αποκλειστικώς δική της;
Το παραδεχόμαστε.