Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πολιτεία (590e-592b)

[590e] Δηλοῖ δέ γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ὁ νόμος ὅτι τοιοῦτον βούλεται, πᾶσι τοῖς ἐν τῇ πόλει σύμμαχος ὤν· καὶ ἡ τῶν παίδων ἀρχή, τὸ μὴ ἐᾶν ἐλευθέρους εἶναι, ἕως ἂν ἐν αὐτοῖς ὥσπερ ἐν πόλει πολιτείαν καταστήσωμεν, καὶ τὸ βέλτιστον [591a] θεραπεύσαντες τῷ παρ᾽ ἡμῖν τοιούτῳ ἀντικαταστήσωμεν φύλακα ὅμοιον καὶ ἄρχοντα ἐν αὐτῷ, καὶ τότε δὴ ἐλεύθερον ἀφίεμεν.
Δηλοῖ γάρ, ἦ δ᾽ ὅς.
Πῇ δὴ οὖν φήσομεν, ὦ Γλαύκων, καὶ κατὰ τίνα λόγον λυσιτελεῖν ἀδικεῖν, ἢ ἀκολασταίνειν ἤ τι αἰσχρὸν ποιεῖν, ἐξ ὧν πονηρότερος μὲν ἔσται, πλείω δὲ χρήματα ἢ ἄλλην τινὰ δύναμιν κεκτήσεται;
Οὐδαμῇ, ἦ δ᾽ ὅς.
Πῇ δ᾽ ἀδικοῦντα λανθάνειν καὶ μὴ διδόναι δίκην λυσιτελεῖν; [591b] ἢ οὐχὶ ὁ μὲν λανθάνων ἔτι πονηρότερος γίγνεται, τοῦ δὲ μὴ λανθάνοντος καὶ κολαζομένου τὸ μὲν θηριῶδες κοιμίζεται καὶ ἡμεροῦται, τὸ δὲ ἥμερον ἐλευθεροῦται, καὶ ὅλη ἡ ψυχὴ εἰς τὴν βελτίστην φύσιν καθισταμένη τιμιωτέραν ἕξιν λαμβάνει, σωφροσύνην τε καὶ δικαιοσύνην μετὰ φρονήσεως κτωμένη, ἢ σῶμα ἰσχύν τε καὶ κάλλος μετὰ ὑγιείας λαμβάνον, τοσούτῳ ὅσῳπερ ψυχὴ σώματος τιμιωτέρα;
Παντάπασιν μὲν οὖν, ἔφη.
[591c] Οὐκοῦν ὅ γε νοῦν ἔχων πάντα τὰ αὑτοῦ εἰς τοῦτο συντείνας βιώσεται, πρῶτον μὲν τὰ μαθήματα τιμῶν, ἃ τοιαύτην αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἀπεργάσεται, τὰ δὲ ἄλλα ἀτιμάζων;
Δῆλον, ἔφη.
Ἔπειτά γ᾽, εἶπον, τὴν τοῦ σώματος ἕξιν καὶ τροφὴν οὐχ ὅπως τῇ θηριώδει καὶ ἀλόγῳ ἡδονῇ ἐπιτρέψας ἐνταῦθα τετραμμένος ζήσει, ἀλλ᾽ οὐδὲ πρὸς ὑγίειαν βλέπων, οὐδὲ τοῦτο πρεσβεύων, ὅπως ἰσχυρὸς ἢ ὑγιὴς ἢ καλὸς ἔσται, ἐὰν μὴ [591d] καὶ σωφρονήσειν μέλλῃ ἀπ᾽ αὐτῶν, ἀλλ᾽ ἀεὶ τὴν ἐν τῷ σώματι ἁρμονίαν τῆς ἐν τῇ ψυχῇ ἕνεκα συμφωνίας ἁρμοττόμενος φανεῖται.
Παντάπασι μὲν οὖν, ἔφη, ἐάνπερ μέλλῃ τῇ ἀληθείᾳ μουσικὸς εἶναι.
Οὐκοῦν, εἶπον, καὶ τὴν ἐν τῇ τῶν χρημάτων κτήσει σύνταξίν τε καὶ συμφωνίαν; καὶ τὸν ὄγκον τοῦ πλήθους οὐκ ἐκπληττόμενος ὑπὸ τοῦ τῶν πολλῶν μακαρισμοῦ ἄπειρον αὐξήσει, ἀπέραντα κακὰ ἔχων;
Οὐκ οἴομαι, ἔφη.
[591e] Ἀλλ᾽ ἀποβλέπων γε, εἶπον, πρὸς τὴν ἐν αὑτῷ πολιτείαν, καὶ φυλάττων μή τι παρακινῇ αὑτοῦ τῶν ἐκεῖ διὰ πλῆθος οὐσίας ἢ δι᾽ ὀλιγότητα, οὕτως κυβερνῶν προσθήσει καὶ ἀναλώσει τῆς οὐσίας καθ᾽ ὅσον ἂν οἷός τ᾽ ᾖ.
Κομιδῇ μὲν οὖν, ἔφη.
[592a] Ἀλλὰ μὴν καὶ τιμάς γε, εἰς ταὐτὸν ἀποβλέπων, τῶν μὲν μεθέξει καὶ γεύσεται ἑκών, ἃς ἂν ἡγῆται ἀμείνω αὑτὸν ποιήσειν, ἃς δ᾽ ἂν λύσειν τὴν ὑπάρχουσαν ἕξιν, φεύξεται ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ.
Οὐκ ἄρα, ἔφη, τά γε πολιτικὰ ἐθελήσει πράττειν, ἐάνπερ τούτου κήδηται.
Νὴ τὸν κύνα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἔν γε τῇ ἑαυτοῦ πόλει καὶ μάλα, οὐ μέντοι ἴσως ἔν γε τῇ πατρίδι, ἐὰν μὴ θεία τις συμβῇ τύχη.
Μανθάνω, ἔφη· ἐν ᾗ νῦν διήλθομεν οἰκίζοντες πόλει λέγεις, τῇ ἐν λόγοις κειμένῃ, ἐπεὶ γῆς γε οὐδαμοῦ οἶμαι [592b] αὐτὴν εἶναι.
Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐν οὐρανῷ ἴσως παράδειγμα ἀνάκειται τῷ βουλομένῳ ὁρᾶν καὶ ὁρῶντι ἑαυτὸν κατοικίζειν. διαφέρει δὲ οὐδὲν εἴτε που ἔστιν εἴτε ἔσται· τὰ γὰρ ταύτης μόνης ἂν πράξειεν, ἄλλης δὲ οὐδεμιᾶς.
Εἰκός γ᾽, ἔφη.

[590e] Είναι δα φανερό ότι αυτό τον σκοπό έχει και ο νόμος, αφού δίνει τη βοήθειά του σ᾽ όλα τα μέλη της πολιτείας ανεξαίρετα· και ο εξουσιασμός των παιδιών τον ίδιο λόγο έχει· δεν τ᾽ αφήνομε ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν, έως ότου εγκαταστήσομε μέσα τους, όπως σε μια πόλη, πολίτευμα σταθερό, και καλλιεργήσομε [591a] το λογικό τους με το δικό μας, ώστε να είναι σε θέση να ρυθμίζει τη διαγωγή τους· τότε μόνο τα χειραφετούμε.
Είναι πραγματικά φανερό.
Πώς λοιπόν, αγαπητέ Γλαύκων, και πάνω σε ποιόν λόγο στηριζόμενοι θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι ωφελεί να αδικεί κανείς ή να ακολασταίνει ή να κάνει καμιάν αισχρή πράξη, και ότι απ᾽ αυτά θα γίνει βέβαια χειρότερος, αλλά θ᾽ αποκτήσει πλούτη και κάποιαν άλλη δύναμη;
Με κανέναν τρόπο.
Ή τί θα ωφελούσε ακόμη, αν η αδικία έμενε κρυμμένη και ατιμώρητη; [591b] Μήπως η ατιμωρησία δεν κάνει τον κακό ακόμη χειρότερο; Ενώ απεναντίας, όταν το έγκλημα ανακαλύπτεται και τιμωρείται, το θηριώδες μέρος της ψυχής καταπραΰνεται και εξημερώνεται, το ήμερο ελευθερώνεται και ολόκληρη η ψυχή, καθώς αποκατασταίνεται στην άριστη φύση της, ανυψώνεται, αποκτά σωφροσύνη και δικαιοσύνη και φρόνηση κι έτσι παίρνει μιαν έξη τόσο πιο ανώτερη από την έξη του σώματος που έχει αποκτήσει δύναμη και καλλονή και υγεία όσο η ψυχή είναι η ίδια ανώτερη από το σώμα;
Βεβαιότατα.
[591c] Ώστε ένας άνθρωπος με νου θα βάλει όλα τα δυνατά του για να επιτύχει αυτό το είδος της ζωής· πρώτα θα εκτιμά τα μαθήματα που συντείνουν στην τελειοποίηση της ψυχής και θα περιφρονεί όλα τ᾽ άλλα.
Φανερό.
Έπειτα, ως προς την έξη και τη δίαιτα του σώματος, δεν θα παραδοθεί στην κτηνώδη και αλόγιστη ηδονή, για να ζει μόνο με την απόλαυσή της, ούτε θ᾽ ασχολείται αποκλειστικά με την υγεία του, για να γίνει δυνατός, υγιής και ωραίος, αν δεν [591d] πρόκειται ν᾽ αποκτήσει με αυτά και την εγκράτεια, αλλά πάντα θα επιζητεί την αρμονία στο σώμα για χάρη της συμφωνίας της ψυχικής.
Βεβαιότατα, αν τουλάχιστο πρόκειται να είναι αληθινός μουσικός.
Επομένως και στην απόκτηση χρημάτων δεν θα αποβλέπει στον ίδιο σκοπό και στην ίδια αρμονία, χωρίς να τον θαμπώνει ο όγκος του πλούτου που τον μακαρίζουν οι πολλοί, για να ζητεί κι αυτός να τον αυξήσει επ᾽ άπειρον, αυξάνοντας όμως συγχρόνως επ᾽ άπειρον και τα κακά που τον συνοδεύουν;
Κι εγώ δεν πιστεύω να το κάμει αυτό.
[591e] Αλλ᾽ αποβλέποντας στο εσωτερικό του πολίτευμα και προσέχοντας μήπως φέρει σ᾽ αυτό καμία διαταραχή είτε η περίσσεια του πλούτου είτε η ανεπάρκειά του, θα προσπαθεί απάνω σ᾽ αυτή τη βάση να κανονίζει τα έσοδα και τα έξοδά του σύμφωνα με τις δυνάμεις του.
Χωρίς αμφιβολία.
[592a] Και στην ίδια πάλι αρχή στηριζόμενος, ως προς τις τιμές και τα αξιώματα, θα επιζητεί και ευχαρίστως μάλιστα θα δοκιμάζει εκείνα που έχει την ιδέα ότι θα τον κάμουν καλύτερο, θ᾽ αποφεύγει όμως, στον ιδιωτικό και στον δημόσιο βίο του, όσα θα μπορούσαν να διαταράξουν το ψυχικό του καθεστώς.
Τότε όμως δεν θα θελήσει ν᾽ αναμειχθεί στα πολιτικά, αν, καθώς λες, τόσο φροντίζει γι᾽ αυτό.
Θα θελήσει, μά τον κύνα, και πάρα πολύ μάλιστα, τουλάχιστο στη δική του πόλη, όχι όμως ίσως και στη δική του πατρίδα, εκτός αν γίνει κανένα θαύμα…
Α, εκατάλαβα· εννοείς την πόλη που ιδρύσαμε μεις και που μόνο στα λόγια υπάρχει, γιατί δεν πιστεύω [592b] να βρίσκεται σε κανένα μέρος της γης.
Αλλ᾽ ίσως να υπάρχει στον ουρανό το πρότυπό της, για κείνον που θέλει να το βλέπει και με αυτό ως κανόνα να ρυθμίζει το πολίτευμα της ψυχής του· άλλωστε δεν σημαίνει τίποτε αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει κάποτε· γιατί ο σοφός άνθρωπός μας μόνο σε μιας τέτοιας πόλης τα πολιτικά θ᾽ αναμειχθεί και καμιάς άλλης.
Και είναι πολύ φυσικό.