Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Ἀπολογία Σωκράτους (37a-38b)


Ἴσως οὖν ὑμῖν καὶ ταυτὶ λέγων παραπλησίως δοκῶ λέγειν ὥσπερ περὶ τοῦ οἴκτου καὶ τῆς ἀντιβολήσεως, ἀπαυθαδιζόμενος· τὸ δὲ οὐκ ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιοῦτον ἀλλὰ τοιόνδε μᾶλλον. πέπεισμαι ἐγὼ ἑκὼν εἶναι μηδένα ἀδικεῖν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ὑμᾶς τοῦτο οὐ πείθω· ὀλίγον γὰρ χρόνον ἀλλήλοις διειλέγμεθα. ἐπεί, ὡς ἐγᾦμαι, εἰ ἦν ὑμῖν νόμος, ὥσπερ καὶ ἄλλοις ἀνθρώποις, περὶ θανάτου μὴ μίαν ἡμέραν [37b] μόνον κρίνειν ἀλλὰ πολλάς, ἐπείσθητε ἄν· νῦν δ᾽ οὐ ῥᾴδιον ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ μεγάλας διαβολὰς ἀπολύεσθαι. πεπεισμένος δὴ ἐγὼ μηδένα ἀδικεῖν πολλοῦ δέω ἐμαυτόν γε ἀδικήσειν καὶ κατ᾽ ἐμαυτοῦ ἐρεῖν αὐτὸς ὡς ἄξιός εἰμί του κακοῦ καὶ τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ. τί δείσας; ἦ μὴ πάθω τοῦτο οὗ Μέλητός μοι τιμᾶται, ὅ φημι οὐκ εἰδέναι οὔτ᾽ εἰ ἀγαθὸν οὔτ᾽ εἰ κακόν ἐστιν; ἀντὶ τούτου δὴ ἕλωμαι ὧν εὖ οἶδά τι κακῶν ὄντων τούτου τιμησάμενος; πότερον δεσμοῦ; [37c] καὶ τί με δεῖ ζῆν ἐν δεσμωτηρίῳ, δουλεύοντα τῇ ἀεὶ καθισταμένῃ ἀρχῇ, τοῖς ἕνδεκα; ἀλλὰ χρημάτων καὶ δεδέσθαι ἕως ἂν ἐκτείσω; ἀλλὰ ταὐτόν μοί ἐστιν ὅπερ νυνδὴ ἔλεγον· οὐ γὰρ ἔστι μοι χρήματα ὁπόθεν ἐκτείσω. ἀλλὰ δὴ φυγῆς τιμήσωμαι; ἴσως γὰρ ἄν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλὴ μεντἄν με φιλοψυχία ἔχοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ οὕτως ἀλόγιστός εἰμι ὥστε μὴ δύνασθαι λογίζεσθαι ὅτι ὑμεῖς μὲν ὄντες πολῖταί μου οὐχ οἷοί τε ἐγένεσθε ἐνεγκεῖν τὰς ἐμὰς [37d] διατριβὰς καὶ τοὺς λόγους, ἀλλ᾽ ὑμῖν βαρύτεραι γεγόνασιν καὶ ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνὶ ἀπαλλαγῆναι· ἄλλοι δὲ ἄρα αὐτὰς οἴσουσι ῥᾳδίως; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλὸς οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καὶ ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι ὅποι ἂν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε· κἂν μὲν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοὶ ἐξελῶσι πείθοντες τοὺς πρεσβυτέρους· [37e] ἐὰν δὲ μὴ ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δὲ καὶ οἰκεῖοι δι᾽ αὐτοὺς τούτους.
Ἴσως οὖν ἄν τις εἴποι· «Σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τ᾽ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθὼν ζῆν;» τουτὶ δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γὰρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτ᾽ ἐστὶν καὶ διὰ τοῦτ᾽ [38a] ἀδύνατον ἡσυχίαν ἄγειν, οὐ πείσεσθέ μοι ὡς εἰρωνευομένῳ· ἐάντ᾽ αὖ λέγω ὅτι καὶ τυγχάνει μέγιστον ἀγαθὸν ὂν ἀνθρώπῳ τοῦτο, ἑκάστης ἡμέρας περὶ ἀρετῆς τοὺς λόγους ποιεῖσθαι καὶ τῶν ἄλλων περὶ ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καὶ ἐμαυτὸν καὶ ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ, ταῦτα δ᾽ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τὰ δὲ ἔχει μὲν οὕτως, ὡς ἐγώ φημι, ὦ ἄνδρες, πείθειν δὲ οὐ ῥᾴδιον. καὶ ἐγὼ ἅμα οὐκ εἴθισμαι ἐμαυτὸν ἀξιοῦν κακοῦ [38b] οὐδενός. εἰ μὲν γὰρ ἦν μοι χρήματα, ἐτιμησάμην ἂν χρημάτων ὅσα ἔμελλον ἐκτείσειν, οὐδὲν γὰρ ἂν ἐβλάβην· νῦν δὲ οὐ γὰρ ἔστιν, εἰ μὴ ἄρα ὅσον ἂν ἐγὼ δυναίμην ἐκτεῖσαι, τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμῆσαι. ἴσως δ᾽ ἂν δυναίμην ἐκτεῖσαι ὑμῖν που μνᾶν ἀργυρίου· τοσούτου οὖν τιμῶμαι.
Πλάτων δὲ ὅδε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ Κρίτων καὶ Κριτόβουλος καὶ Ἀπολλόδωρος κελεύουσί με τριάκοντα μνῶν τιμήσασθαι, αὐτοὶ δ᾽ ἐγγυᾶσθαι· τιμῶμαι οὖν τοσούτου, ἐγγυηταὶ δὲ ὑμῖν ἔσονται τοῦ ἀργυρίου οὗτοι ἀξιόχρεῳ.


Ίσως, καθώς σας λέω αυτά, σας φαίνομαι, όπως και πριν που μίλησα για τον οίκτο και τις ικεσίες, πως μιλώ με περηφάνια. Δεν είναι έτσι όμως, ω άνδρες Αθηναίοι, αλλά όπως θα σας πω τώρα. Εγώ έχω την πεποίθηση πως θεληματικώς κανέναν άνθρωπο δεν αδίκησα, δεν μπορώ όμως να σας πείσω, γιατί πολύ λίγον καιρό μιλήσαμε μεταξύ μας, ενώ αν ήτανε και σε σας νόμος, όπως και σε άλλους λαούς, να μην αποφασίζετε για την ποινή του θανάτου σε μια ημέρα [37b] μονάχα αλλά σε πολλές, θα μπορούσατε να πεισθείτε· τώρα όμως δεν είναι εύκολο σε λίγο καιρό να πέσουν μεγάλες διαβολές. Ενώ λοιπόν εγώ έχω την πεποίθηση πως δεν αδικώ κανέναν, πολύ περισσότερο θ᾽ αδικήσω τον εαυτόν μου, πως είμαι άξιος να πάθω κάτι κακό, και μόνος μου να επιβάλω τέτοια ποινή στον εαυτό μου. Και από τί φόβο τάχα; Ή μήπως πάθω αυτό που ο Μέλητος με κρίνει άξιο να πάθω, και που εγώ λέω πως δεν ξέρω ούτε αν είναι καλό ούτε αν είναι κακό; και αντίς από τούτο, εγώ θα πάω να διαλέξω κάτι που ξέρω πως είναι κακό και να καταδικάσω τον εαυτό μου; [37c] Και τί ανάγκη να ζήσω στο δεσμωτήριο, σκλάβος στον καθένα που έρχεται στην εξουσία (των Ένδεκα); Ή να διαλέξω πρόστιμο και να είμαι δέσμιος ώσπου να το πληρώσω; Αλλ᾽ αυτό είναι το ίδιο σαν το πρώτο που σας έλεγα· γιατί χρήματα δεν έχω για να πληρώσω. Αλλά τί ποινή να διαλέξω; Εξορία; Γιατί ίσως τέτοια ποινή μπορούσατε να μου επιβάλετε. Θα ήμουν πολύ φιλόζωος, ω άνδρες Αθηναίοι, αν είχα την απερισκεψία να μην μπορώ να συλλογισθώ πως εσείς που είσαστε συμπολίτες μου δεν μπορέσατε να υποφέρετε [37d] τη συναναστροφή μου και τα λόγια μου και σας φάνηκαν τόσο βαριά και ανυπόφορα πράγματα, ώστε να θέλετε να γλιτώσετε απ᾽ αυτά, και άλλοι θα τα υποφέρουν τόσο εύκολα. Κάθε άλλο, ω άνδρες Αθηναίοι. Ωραία θα ήτανε αλήθεια η ζωή μου να γυρίζω, τέτοιας ηλικίας άνθρωπος, από πολιτεία σε πολιτεία και να ζω διωγμένος από τόπο σε τόπο. Γιατί πολύ καλά το ξέρω πως, όπου κι αν πάω, οι νέοι θα τρέχουν να μ᾽ ακούνε όταν μιλώ, όπως κι εδώ πέρα. Και αν τους διώξω, τότε αυτοί οι ίδιοι θα μ᾽ εξορίσουν, πείθοντας τους γεροντότερους· [37e] κι αν δεν τους διώξω αυτούς, τότε για χάρη τους θα μ᾽ εξορίσουν οι πατέρες τους και οι δικοί τους.
Ίσως λοιπόν θα πει κανένας: Δεν μπορείς λοιπόν, Σωκράτη, αφού φύγεις από δω, να ζήσεις μια ήσυχη ζωή; Αυτό δα είναι το δυσκολότερο να δώσω σε μερικούς από σας να το καταλάβουν. Γιατί αν πω πως αυτό το πράγμα είναι απείθεια στον θεό, και γι᾽ αυτό [38a] δεν μπορώ να ησυχάσω, δεν θα με πιστεύσετε, νομίζοντας πως αστειεύομαι· και αν πάλι σας πω πως αυτό είναι για τον άνθρωπο το μεγαλύτερο καλό, να μιλώ δηλαδή κάθε μέρα για την αρετή και για όλα τ᾽ άλλα που μ᾽ ακούτε συχνά να λέω και να εξετάζω τον εαυτό μου και τους άλλους, γιατί μια παραμελημένη ζωή δεν είναι ζωή για τον άνθρωπο, πολύ λιγότερο θα πιστεύσετε και τα λόγια μου αυτά. Και αυτά είναι έτσι όπως σας τα λέω εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν είναι όμως κι εύκολο να σας δώσω να τα καταλάβετε. Έπειτα εγώ δεν είμαι συνηθισμένος να νομίζω πως μου αξίζει να πάθω [38b] κανένα κακό. Αν είχα χρήματα, θα καταδίκαζα τον εαυτό μου σε χρηματικό πρόστιμο, σε όσα δηλαδή θα μπορούσα να πληρώσω, περίπου μια μναν ασημένια· σε τόσα κανονίζω εγώ το πρόστιμό μου. Ο Πλάτων όμως, αυτός εδώ, ω άνδρες Αθηναίοι, και ο Κρίτων και ο Κριτόβουλος και ο Απολλόδωρος μου παραγγέλλουν να δεχθώ τριάντα μνες με την εγγύησή τους· λοιπόν κανονίζω τώρα το πρόστιμό μου σε τόσα· και θα σας είναι εγγυητές για τα χρήματα αξιόχρεοι αυτοί εδώ.