Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (57.1-57.9)


[57.1] Μέλλων δ᾽ ὑπερβάλλειν εἰς τὴν Ἰνδικὴν ὡς ἑώρα πλήθει λαφύρων τὴν στρατιὰν ἤδη βαρεῖαν καὶ δυσκίνητον οὖσαν, ἅμ᾽ ἡμέρᾳ συνεσκευασμένων τῶν ἁμαξῶν πρώτας μὲν ὑπέπρησε τὰς αὑτοῦ καὶ ‹τὰς› τῶν ἑταίρων, μετὰ δὲ ταύτας ἐκέλευσε καὶ ταῖς τῶν Μακεδόνων ἐνεῖναι πῦρ. [57.2] καὶ τοῦ πράγματος τὸ βούλευμα μεῖζον ἐφάνη καὶ δεινότερον ἢ τὸ ἔργον· ὀλίγους μὲν γὰρ ἠνίασεν, οἱ δὲ πλεῖστοι βοῇ καὶ ἀλαλαγμῷ μετ᾽ ἐνθουσιασμοῦ, τὰ μὲν ἀναγκαῖα τοῖς δεομένοις μεταδιδόντες, τὰ δὲ περιόντα τῆς χρείας αὐτοὶ κατακαίοντες καὶ διαφθείροντες, ὁρμῆς καὶ προθυμίας ἐνεπίμπλασαν τὸν Ἀλέξανδρον. [57.3] ἤδη δὲ καὶ φοβερὸς ἦν καὶ ἀπαραίτητος κολαστὴς τῶν πλημμελούντων· καὶ γὰρ Μένανδρόν τινα τῶν ἑταίρων ἄρχοντα φρουρίου καταστήσας, ὡς οὐκ ἐβούλετο μένειν, ἀπέκτεινε, καὶ τῶν ἀποστάντων βαρβάρων Ὀρσοδάτην αὐτὸς κατετόξευσε. [57.4] προβάτου δὲ τεκόντος ἄρνα περὶ τῇ κεφαλῇ σχῆμα καὶ χρῶμα τιάρας ἔχοντα καὶ διδύμους ἑκατέρωθεν αὐτῆς, βδελυχθεὶς τὸ σημεῖον ἐκαθάρθη μὲν ὑπὸ τῶν Βαβυλωνίων, οὓς ἐξ ἔθους ἐπήγετο πρὸς τὰ τοιαῦτα, διελέχθη δὲ πρὸς τοὺς φίλους, ὡς οὐ δι᾽ αὑτόν, ἀλλὰ δι᾽ ἐκείνους ταράττοιτο, μὴ τὸ κράτος εἰς ἀγεννῆ καὶ ἄναλκιν ἄνθρωπον ἐκλιπόντος αὐτοῦ περιστήσῃ τὸ δαιμόνιον. [57.5] οὐ μὴν ἀλλὰ βέλτιόν τι σημεῖον γενόμενον τὴν ἀθυμίαν ἔλυσεν. ὁ γὰρ ἐπὶ τῶν στρωματοφυλάκων τεταγμένος ἀνὴρ Μακεδὼν ὄνομα Πρόξενος, τῇ βασιλικῇ σκηνῇ χώραν ὀρύττων παρὰ τὸν Ὦξον ποταμόν, ἀνεκάλυψε πηγὴν ὑγροῦ λιπαροῦ καὶ πιμελώδους· [57.6] ἀπαντλουμένου δὲ τοῦ πρώτου, καθαρὸν ἀνέβλυζεν ἤδη καὶ διαυγές [ἔλαιον], οὔτ᾽ ὀσμῇ δοκοῦν ἐλαίου διαφέρειν οὔτε γεύσει, στιλπνότητά τε καὶ λιπαρότητα παντάπασιν ἀπαράλλακτον, καὶ ταῦτα τῆς χώρας μηδ᾽ ἐλαίας φερούσης. [57.7] λέγεται μὲν οὖν καὶ τὸν Ὦξον αὐτὸν εἶναι μαλακώτατον ὕδωρ, ὥστε τὸ δέρμα τοῖς λουομένοις ἐπιλιπαίνειν. [57.8] οὐ μὴν ἀλλὰ ‹καὶ› θαυμαστῶς Ἀλέξανδρος ἡσθεὶς δῆλός ἐστιν ἐξ ὧν γράφει πρὸς Ἀντίπατρον, ἐν τοῖς μεγίστοις τοῦτο τῶν ἀπὸ τοῦ θεοῦ γεγονότων αὐτῷ τιθέμενος. [57.9] οἱ δὲ μάντεις ἐνδόξου μὲν στρατείας, ἐπιπόνου δὲ καὶ χαλεπῆς τὸ σημεῖον ἐποιοῦντο· πόνων γὰρ ἀρωγὴν ἔλαιον ἀνθρώποις ὑπὸ θεοῦ δεδόσθαι.


[57.1] Σκοπεύοντας να περάσει στην Ινδία, καθώς έβλεπε ότι ο στρατός του ήταν ήδη βαρύς και δυσκίνητος λόγω του πλήθους των λαφύρων, τα ξημερώματα, όταν οι άμαξες ήταν φορτωμένες, έκαψε πρώτα τις δικές του και των φίλων του και μετά έδωσε διαταγή να βάλουν φωτιά και σε αυτές των Μακεδόνων. [57.2] Η απόφαση για την ενέργεια αυτή φάνηκε σοβαρότερη και φοβερότερη από την ίδια την πράξη. Γιατί η πυρπόληση στενοχώρησε λίγους, επειδή οι περισσότεροι με φωνές και αλαλαγμούς ανάμεικτους με ενθουσιασμό μοιράζονταν τα απαραίτητα με όσους τα είχαν ανάγκη, ενώ όσα δεν τα χρειάζονταν τα έκαιγαν και τα κατέστρεφαν οι ίδιοι, πράγμα που γέμιζε με ορμή και προθυμία τον Αλέξανδρο. [57.3] Ήταν ήδη φοβερός και αμείλικτος τιμωρός όσων παρέβαιναν το καθήκον τους. Πράγματι, τον Μένανδρο, κάποιον από τους εταίρους, τον οποίο είχε τοποθετήσει διοικητή σε φρούριο, τον σκότωσε, επειδή δεν ήθελε να μείνει στη θέση του, και ο ίδιος προσωπικά σκότωσε με βέλος τον Ορσοδάτη, έναν από τους βαρβάρους που είχαν αποστατήσει. [57.4] Όταν μια προβατίνα γέννησε αρνί με κεφάλι σε σχήμα και χρώμα τιάρας και δυο εξογκώματα σε κάθε πλευρά, αηδιασμένος από το σημάδι εξαγνίστηκε από τους Βαβυλωνίους, που από συνήθεια είχε πάρει μαζί του για τέτοιες περιπτώσεις. Και στους φίλους του, με τους οποίους συζήτησε το θέμα, είπε ότι ανησυχούσε όχι για τον εαυτό του αλλά για εκείνους, μήπως ο θεός, όταν αυτός πεθάνει, δώσει την εξουσία σε κάποιον από ταπεινή καταγωγή και ανίκανο άνθρωπο. [57.5] Συνέβη όμως ένα καλό σημάδι και έδιωξε τη στενοχώρια του. Κάποιος Μακεδόνας δηλαδή, επικεφαλής των υπηρετών του, Πρόξενος στο όνομα, σκάβοντας χώρο για τη βασιλική σκηνή δίπλα στον ποταμό Ώξο, βρήκε πηγή με υγρό λιπαρό και πηχτό. [57.6] Μετά την άντληση του πρώτου στρώματος, άρχισε να αναβλύζει πλέον καθαρό και διαυγές, που δεν φαινόταν να διαφέρει από το λάδι ούτε σε οσμή ούτε σε γεύση· όσο για τη στιλπνότητα και τη λιπαρότητα, ήταν εντελώς όμοιο με λάδι, τη στιγμή μάλιστα που στην περιοχή εκείνη δεν ευδοκιμούσε καθόλου η ελιά. [57.7] Λένε λοιπόν ότι και ο ίδιος ο Ώξος έχει πάρα πολύ μαλακό νερό, έτσι που να λαδώνει το δέρμα των λουομένων. [57.8] Ότι ο Αλέξανδρος χάρηκε πάρα πολύ γι᾽ αυτό φάνηκε από όσα έγραψε στον Αντίπατρο, αφού θεωρούσε το σημάδι αυτό ως ένα από τα πιο σπουδαία που έχει δείξει ο θεός για χάρη του. [57.9] Οι μάντεις, εξάλλου, ερμήνευαν αυτό ως σημάδι ένδοξης αλλά επίπονης και δύσκολης εκστρατείας· γιατί πίστευαν ότι το λάδι έχει δοθεί από τον θεό στους ανθρώπους ως βοήθεια στους κόπους τους.