Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (54.1-56.2)


[54.1] Ταῦτα μὲν οὖν ὁ Ἕρμιππός φησι τὸν ἀναγνώστην τοῦ Καλλισθένους Στροῖβον Ἀριστοτέλει διηγεῖσθαι, τὸν δὲ Καλλισθένην συνέντα τὴν ἀλλοτριότητα τοῦ βασιλέως δὶς ἢ τρὶς ἀπιόντα πρὸς αὑτὸν εἰπεῖν·
κάτθανε καὶ Πάτροκλος, ὅπερ σέο πολλὸν ἀμείνων.
[54.2] οὐ φαύλως οὖν εἰπεῖν ἔοικεν ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι Καλλισθένης λόγῳ μὲν ἦν δυνατὸς καὶ μέγας, νοῦν δ᾽ οὐκ εἶχεν.
[54.3] Ἀλλὰ τήν γε προσκύνησιν ἰσχυρῶς ἀπωσάμενος καὶ φιλοσόφως, καὶ μόνος ἐν φανερῷ διελθὼν ἃ κρύφα πάντες οἱ βέλτιστοι καὶ πρεσβύτατοι τῶν Μακεδόνων ἠγανάκτουν, τοὺς μὲν Ἕλληνας αἰσχύνης ἀπήλλαξε μεγάλης, καὶ μείζονος Ἀλέξανδρον, ἀποτρέψας τὴν προσκύνησιν, αὑτὸν δ᾽ ἀπώλεσεν, ἐκβιάσασθαι δοκῶν μᾶλλον ἢ πεῖσαι τὸν βασιλέα. [54.4] Χάρης δ᾽ ὁ Μιτυληναῖός φησι τὸν Ἀλέξανδρον ἐν τῷ συμποσίῳ πιόντα φιάλην προτεῖναί τινι τῶν φίλων· τὸν δὲ δεξάμενον πρὸς ἑστίαν ἀναστῆναι, καὶ πιόντα προσκυνῆσαι πρῶτον, εἶτα φιλῆσαι τὸν Ἀλέξανδρον [ἐν τῷ συμποσίῳ] καὶ κατακλιθῆναι. [54.5] πάντων δὲ τοῦτο ποιούντων ἐφεξῆς, τὸν Καλλισθένην λαβόντα τὴν φιάλην, οὐ προσέχοντος τοῦ βασιλέως, ἀλλ᾽ Ἡφαιστίωνι προσδιαλεγομένου, πιόντα προσιέναι φιλήσοντα· [54.6] Δημητρίου δὲ τοῦ προσονομαζομένου Φείδωνος εἰπόντος «ὦ βασιλεῦ, μὴ φιλήσῃς· οὗτος γάρ σε μόνος οὐ προσεκύνησε,» διακλῖναι τὸ φίλημα τὸν Ἀλέξανδρον, τὸν δὲ Καλλισθένην μέγα φθεγξάμενον εἰπεῖν· «φιλήματι τοίνυν ἔλασσον ἔχων ἄπειμι».
[55.1] Τοιαύτης ὑπογινομένης ἀλλοτριότητος, πρῶτον μὲν Ἡφαιστίων ἐπιστεύετο λέγων, ὅτι συνθέμενος πρὸς αὐτὸν ὁ Καλλισθένης προσκυνῆσαι, ψεύσαιτο τὴν ὁμολογίαν· [55.2] ἔπειτα Λυσίμαχοι καὶ Ἅγνωνες ἐπεφύοντο, φάσκοντες περιϊέναι τὸν σοφιστὴν ὡς ἐπὶ καταλύσει τυραννίδος μέγα φρονοῦντα, καὶ συντρέχειν πρὸς αὐτὸν τὰ μειράκια καὶ περιέπειν, ὡς μόνον ἐλεύθερον ἐν τοσαύταις μυριάσι. [55.3] διὸ καὶ τῶν περὶ Ἑρμόλαον ἐπιβουλευσάντων τῷ Ἀλεξάνδρῳ καὶ φανερῶν γενομένων, ἔδοξαν ἀληθέσιν ὅμοια κατηγορεῖν οἱ διαβάλλοντες, ὡς τῷ μὲν προβαλόντι, πῶς ἂν ἐνδοξότατος γένοιτ᾽ ἄνθρωπος, εἶπεν «ἂν ἀποκτείνῃ τὸν ἐνδοξότατον,» [55.4] τὸν δ᾽ Ἑρμόλαον ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παροξύνων ἐκέλευε μὴ δεδιέναι τὴν χρυσῆν κλίνην, ἀλλὰ μνημονεύειν ὅτι καὶ νοσοῦντι καὶ τιτρωσκομένῳ πρόσεισιν ἀνθρώπῳ. [55.5] καίτοι τῶν περὶ Ἑρμόλαον οὐδεὶς οὐδὲ διὰ τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης τοῦ Καλλισθένους κατεῖπεν. [55.6] ἀλλὰ καὶ Ἀλέξανδρος αὐτὸς εὐθὺς Κρατερῷ γράφων καὶ Ἀττάλῳ καὶ Ἀλκέτᾳ φησὶ τοὺς παῖδας βασανιζομένους ὁμολογεῖν, ὡς αὐτοὶ ταῦτα πράξειαν, ἄλλος δ᾽ οὐδεὶς συνειδείη. [55.7] ὕστερον δὲ γράφων πρὸς Ἀντίπατρον καὶ τὸν Καλλισθένην συνεπαιτιασάμενος, «οἱ μὲν παῖδες» φησὶν «ὑπὸ τῶν Μακεδόνων κατελεύσθησαν, τὸν δὲ σοφιστὴν ἐγὼ κολάσω καὶ τοὺς ἐκπέμψαντας αὐτὸν καὶ τοὺς ὑποδεχομένους ταῖς πόλεσι τοὺς ἐμοὶ ἐπιβουλεύοντας,» ἄντικρυς ἔν γε τούτοις ἀποκαλυπτόμενος πρὸς Ἀριστοτέλην· [55.8] καὶ γὰρ ἐτέθραπτο Καλλισθένης παρ᾽ αὐτῷ διὰ τὴν συγγένειαν, ἐξ Ἡροῦς γεγονώς, ἀνεψιᾶς Ἀριστοτέλους. [55.9] ἀποθανεῖν δ᾽ αὐτὸν οἱ μὲν ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου κρεμασθέντα λέγουσιν, οἱ δ᾽ ἐν πέδαις δεδεμένον καὶ νοσήσαντα, Χάρης δὲ μετὰ τὴν σύλληψιν ἑπτὰ μῆνας φυλάττεσθαι δεδεμένον, ὡς ἐν τῷ συνεδρίῳ κριθείη παρόντος Ἀριστοτέλους· ἐν αἷς δ᾽ ἡμέραις Ἀλέξανδρος [ἐν Μαλλοῖς Ὀξυδράκαις] ἐτρώθη περὶ τὴν Ἰνδίαν, ἀποθανεῖν ὑπέρπαχυν γενόμενον καὶ φθειριάσαντα.
[56.1] Ταῦτα μὲν οὖν ὕστερον ἐπράχθη. Δημάρατος δ᾽ ὁ Κορίνθιος ἤδη πρεσβύτερος ὢν ἐφιλοτιμήθη πρὸς Ἀλέξανδρον ἀναβῆναι· καὶ θεασάμενος αὐτὸν εἶπε μεγάλης ἡδονῆς ἐστερῆσθαι τοὺς Ἕλληνας, ὅσοι τεθνήκασι πρὶν ἰδεῖν Ἀλέξανδρον ἐν τῷ Δαρείου θρόνῳ καθήμενον. [56.2] οὐ μὴν ἐπὶ πλέον γε τῆς πρὸς αὑτὸν εὐνοίας τοῦ βασιλέως ἀπέλαυσεν, ἀλλ᾽ ἐξ ἀρρωστίας ἀποθανὼν ἐκηδεύθη μεγαλοπρεπῶς, καὶ τάφον ἔχωσεν ὁ στρατὸς ἐπ᾽ αὐτῷ τῇ περιμέτρῳ μέγαν, ὕψος δὲ πηχῶν ὀγδοήκοντα· τὰ δὲ λείψανα τέθριππον κεκοσμημένον λαμπρῶς ἐπὶ θάλασσαν κατεκόμισε.


[54.1] Ο Έρμιππος λέει ότι διηγήθηκε αυτά στον Αριστοτέλη ο Στροίβος, αναγνώστης του Καλλισθένη, και ότι ο τελευταίος, που είχε αντιληφθεί την ψυχρότητα του βασιλιά προς το πρόσωπό του, είπε δυο τρεις φορές φεύγοντας: «και ο Πάτροκλος πέθανε, που ήταν πολύ καλύτερος από εσένα». [54.2] Όπως φαίνεται, ο Αριστοτέλης είχε δίκαιο που είπε ότι ο Καλλισθένης ήταν δυνατός και μεγάλος ρήτορας, δεν είχε όμως μυαλό. [54.3] Απέφυγε τουλάχιστον με έντονο και φιλοσοφικό τρόπο την περίπτωση να προσκυνήσει τον βασιλιά, και είναι ο μόνος που είπε φανερά αυτά για τα οποία αγανακτούσαν κρυφά όλοι οι καλύτεροι και οι πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες· απάλλαξε τους Έλληνες από μεγάλη ντροπή και από ακόμη μεγαλύτερη τον Αλέξανδρο, επειδή απέτρεψε το προσκύνημα· κατέστρεψε όμως τον εαυτό του, γιατί έδωσε την εντύπωση ότι μάλλον εκβίασε παρά έπεισε τον βασιλιά. [54.4] Ο Χάρης ο Μυτιληναίος λέει ότι ο Αλέξανδρος σε κάποιο συμπόσιο ήπιε από ένα ποτήρι και το πρότεινε σε κάποιον φίλο του. Αυτός το πήρε και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς την εστία και, αφού ήπιε, προσκύνησε πρώτα τον Αλέξανδρο, ύστερα τον φίλησε και πήγε πίσω στο ανάκλιντρο. [54.5] Και ενώ όλοι με τη σειρά έκαναν το ίδιο, ο Καλλισθένης, αφού πήρε το ποτήρι, καθώς ο βασιλιάς δεν πρόσεχε αλλά μιλούσε με τον Ηφαιστίωνα, ήπιε και πλησίασε για να τον φιλήσει. Ο Δημήτριος όμως, ο επονομαζόμενος και Φείδων, είπε: «βασιλιά μην τον φιλήσεις, γιατί είναι ο μόνος που δεν σε προσκύνησε». Ο Αλέξανδρος απέφυγε το φιλί, ενώ ο Καλλισθένης είπε, φωνάζοντας δυνατά: «θα φύγω λοιπόν με ένα φιλί λιγότερο».
[55.1] Έτσι δημιουργήθηκε σιγά σιγά η ψυχρότητα ανάμεσα στους δυο άνδρες. Πρώτα έγινε πιστευτός ο Ηφαιστίων που έλεγε ότι, ενώ ο Καλλισθένης συμφώνησε μαζί του να τον προσκυνήσει, αθέτησε τη συμφωνία. [55.2] Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται οι Λυσίμαχοι και οι Άγνωνες, που έλεγαν ότι ο σοφιστής γύριζε εδώ και εκεί και καυχιόταν, σαν να είχε καταλύσει τυραννικό καθεστώς, και ότι τα μικρά παιδιά έτρεχαν όλα μαζί προς αυτόν, ως τον μοναδικό ελεύθερο άνθρωπο ανάμεσα σε τόσο πολλές μυριάδες. [55.3] Γι᾽ αυτό και, όταν ο Ερμόλαος και η κλίκα του συνωμότησαν εναντίον του Αλέξανδρου και αποκαλύφτηκαν, όσοι τον διέβαλλαν έδωσαν την εντύπωση ότι οι κατηγορίες που του απέδιδαν ήταν αληθινές, σε αυτόν δηλαδή που τον είχε ρωτήσει «πώς θα μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γίνει πάρα πολύ ένδοξος» είπε: «αν σκοτώσει τον πιο ένδοξο» και ότι, [55.4] προτρέποντας τον Ερμόλαο σε αυτή την ενέργεια, τον συμβούλευε να μη φοβάται τη χρυσή κλίνη, αλλά να θυμάται ότι πλησιάζει άνθρωπο που αρρωσταίνει και πληγώνεται. [55.5] Και όμως, κανένας από τους ανθρώπους του Ερμόλαου, ούτε και με τα χειρότερα βασανιστήρια, δεν κατηγόρησε τον Καλλισθένη. [55.6] Αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, γράφοντας αμέσως στους Κρατερό, Άτταλο και Αλκέτα, λέει ότι οι νέοι ύστερα από βασανιστήρια ομολόγησαν ότι μόνοι τους προέβησαν σ᾽ αυτές τις ενέργειες και ότι κανένας άλλος δεν τις γνώριζε. [55.7] Αργότερα, γράφοντας στον Αντίπατρο και ενοχοποιώντας μαζί και τον Καλλισθένη, λέει: «οι νέοι θανατώθηκαν από τους Μακεδόνες με λιθοβολισμό, αλλά τον σοφιστή και αυτούς που τον έστειλαν και όσους δέχτηκαν στις πόλεις τους αυτούς που με επιβουλεύονται, θα τους τιμωρήσω εγώ». Με αυτά βέβαια έκανε ευθεία αναφορά στον Αριστοτέλη, [55.8] καθόσον κοντά του είχε ανατραφεί ο Καλλισθένης λόγω συγγένειας — ήταν γιος της Ηρώς, εξαδέρφης του Αριστοτέλη. [55.9] Για τον θάνατό του άλλοι λένε ότι τον κρέμασε ο Αλέξανδρος, άλλοι ότι πέθανε από αρρώστια όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες· ο Χάρης, εξάλλου, λέει ότι ήταν φυλακισμένος για εφτά μήνες μετά τη σύλληψή του, για να δικαστεί στο συμβούλιο με την παρουσία του Αριστοτέλη· πέθανε όμως από παχυσαρκία και ψωρίαση στη διάρκεια των ημερών που ο Αλέξανδρος είχε τραυματιστεί στην Ινδία.
[56.1] Τα ακόλουθα γεγονότα έγιναν αργότερα. Ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, ηλικιωμένος ήδη, φιλοδοξούσε να πάει στον Αλέξανδρο. Όταν τον αντίκρισε είπε ότι οι Έλληνες που είχαν πεθάνει, πριν δουν τον Αλέξανδρο να κάθεται στον θρόνο του Δαρείου, στερήθηκαν μεγάλη ευχαρίστηση. [56.2] Δεν απόλαυσε όμως για πολύ την προς αυτόν εύνοια του βασιλιά· πέθανε από αρρώστια και κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια· ο στρατός έκανε προς τιμήν του τύμβο με μεγάλη περίμετρο και ύψος ογδόντα πήχεις. Τα λείψανά του μετέφερε στη θάλασσα τέθριππο, στολισμένο με λαμπρότητα.