Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΕΖΕΚΙΗΛ

152. – Ἐξαγωγὴ 68-82, 217-242

Οι 269 στίχοι της Ἐξαγωγῆς του ελληνίζοντος Ιουδαίου Εζεκιήλ, που έχει επηρεαστεί έντονα από τον Ευριπίδη, είναι το εκτενέστερο σωζόμενο απόσπασμα τραγωδίας μετά τον 5ο αι. π.Χ. Η Ἐξαγωγή,που γράφτηκε ανάμεσα στο 240 και το 100 π.Χ., ίσως στην Αλεξάνδρεια, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, επειδή αντλεί το θέμα της από την Παλαιά Διαθήκη, συγκεκριμένα από την Έξοδο (1-15). (Οι τίτλοι Ἐξαγωγή και Ἔξοδος είναι ταυτόσημοι, απλώς ο πρώτος υπογραμμίζει σαφέστερα τη συμβολή του Μωυσή, ο οποίος ἐξήγαγεν τους Εβραίους από την Αίγυπτο).

Από τους σωζόμενους στίχους δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν το έργο προοριζότανγια τη σκηνή (πιθανότερο) ή απλώς για ανάγνωση ούτε αν είχε χορό - πιθανότερο φαίνεται να είχε και να χωριζόταν σε πέντε "πράξεις". Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν τηρείται η ενότητα του τόπου και του χρόνου, γεγονός που ενδεχομένως οφείλεται στη στενή εξάρτηση του Εζεκιήλ από την Έξοδο.

Στο πρώτο απόσπασμα (α) ο Μωυσής διηγείται το όνειρό του, που δεν απαντά στην Έξοδο αλλά εισάγεται από τον Εζεκιήλ, και στο δεύτερο (β) ο Αιγύπτιος άγγελος περιγράφει τη διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης.

(α)

ΜΩΣΗΣ

ἔ‹δο›ξ᾽ ὄρους κατ᾽ ἄκρα Σιν‹αί›ου θρόνον
μέγαν τιν᾽ εἶναι μέχρι ᾽ς οὐρανοῦ πτύχας,
70 ἐν τῷ καθῆσθαι φῶτα γενναῖόν τινα
διάδημ᾽ ἔχοντα καὶ μέγα σκῆπτρον χερί
εὐωνύμῳ μάλιστα. δεξιᾷ δέ μοι
ἔνευσε, κἀγὼ πρόσθεν ἐστάθην θρόνου.
σκῆπτρον δέ μοι πάρδωκε καὶ εἰς θρόνον μέγαν
75 εἶπεν καθῆσθαι· βασιλικὸν δ᾽ ἔδωκέ μοι
διάδημα καὶ αὐτὸς ἐκ θρόνων χωρίζεται.
ἐγὼ δ᾽ ἐσεῖδον γῆν ἅπασαν ἔγκυκλον
καὶ ἔνερθε γαίας καὶ ἐξύπερθεν οὐρανοῦ,
καί μοί τι πλῆθος ἀστέρων πρὸς γούνατα
80 ἔπιπτ᾽, ἐγὼ δὲ πάντας ἠριθμησάμην,
κἀμοῦ παρῆγεν ὡς παρεμβολὴ βροτῶν.
εἶτ᾽ ἐμφοβηθεὶς ἐξανίσταμ᾽ ἐξ ὕπνου.

…………………………………………………………

(β)

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

ἐπεὶ δὲ Τιτὰν ἥλιος δυσμαῖς προσῆν,
ἐπέσχομεν, θέλοντες ὄρθριον μάχην,
πεποιθότες λαοῖσι καὶ φρικτοῖς ὅπλοις.
220 ἔπειτα θείων ἄρχεται τεραστίων
θαυμάστ᾽ ἰδέσθαι. καί τις ἐξαίφνης μέγας
στῦλος νεφώδης ἐστάθη πρὸ γῆς, μέγας,
παρεμβολῆς ἡμῶν τε καὶ Ἑβραίων μέσος.
κἄπειθ᾽ ὁ κείνων ἡγεμὼν Μωσῆς, λαβών
225 ῥάβδον θεοῦ, τῇ δὴ πρὶν Αἰγύπτῳ κακά
σημεῖα καὶ τερ‹ά›ατ᾽ ἐξεμήσατο,
ἔτυψ᾽ Ἐρυθρᾶς νῶτα καὶ ἔσχισεν μέσον
βάθος Θαλάσσης· οἱ δὲ σύμπαντες σθένει
ὤρουσαν ὠκεῖς ἁλμυρᾶς δι᾽ ἀτραποῦ.
230 ἡμεῖς δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῆς ᾠχόμεσθα συντόμως
κατ᾽ ἴχνος αὐτῶν· νυκτὸς εἰσεκύρσαμεν
βοηδρομοῦντες· ἁρμάτων δ᾽ ἄφνω τροχοί
οὐκ ἐστρέφοντο, δέσμιοι δ᾽ ὣς ἥρμοσαν.
ἀπ᾽ οὐρανοῦ δὲ φέγγος ὡς πυρὸς μέγα
235 ὤφθη τι ἡμῖν· ὡς μὲν εἰκάζειν, παρῆν
αὐτοῖς ἀρωγὸς ὁ θεός. ὡς δ᾽ ἤδη πέραν
ἦσαν θαλάσσης, κῦμα δ᾽ ἐρροίβδει μέγα
σύνεγγυς ἡμῶν. καί τις ἠλάλαξ᾽ ἰδών·
«φεύγωμεν οἴκοι πρόσθεν Ὑψίστου χέρας·
240 οἷς μὲν γάρ ἐστ᾽ ἀρωγός, ἡμῖν δ᾽ ἀθλίοις
ὄλεθρον ἕρδει.» καὶ συνεκλύσθη πόρος
Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καὶ στρατὸν διώλεσε.

(α) Το όνειρο του Μωυσή

ΜΩΥΣΗΣ

Μου εφάνη ότι πάνω στην κορυφή του όρους Σινά

ήταν ένας μεγάλος θρόνος που έφθανε ώς τα βάθη του ουρανού,

όπου εκαθόταν ένας άνδρας αρχοντογέννητος,70

που φορούσε διάδημα και στο χέρι του το αριστερό

κρατούσε σκήπτρο.

Με τη δεξιά του μου έγνεψε,

και εγώ πήγα και στάθηκα μπροστά στο θρόνο.

Μου παρέδωσε το σκήπτρο

και μου είπε να καθίσω στον μεγάλο θρόνο.

Έπειτα μου έδωσε το βασιλικό διάδημα και ο ίδιος άφησε το θρόνο.75

Εγώ είδα τότε γύρω μου ολόκληρη τη γη,

και είδα κάτω από τη γη και πάνω από τον ουρανό,

και μυριάδες αστέρια έπεφταν στα γόνατά μου,

και εγώ τα μέτρησα όλα,80

και περνούσαν μπροστά μου σαν να περνούσε στρατιά θνητών.

Τότε τρόμαξα και πετάχτηκα από τον ύπνο.

..............................................................................

 

(β) Η διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

Όταν ο Τιτάνας ήλιος πλησίαζε στη δύση,

σταματήσαμε και περιμέναμε,

γιατί θέλαμε να πολεμήσουμε τα χαράματα,

έχοντας τις ελπίδες μας στα πλήθη και στα τρομερά όπλα.

Τότε άρχισαν τα θεϊκά και τα παράδοξα220

-να τα βλέπεις και να θαυμάζεις.

Άξαφνα, μπροστά μας, πάνω από την γη

ένας γιγάντιος στύλος, όμοιος με σύννεφο,

υψώθηκε ανάμεσα στο στρατόπεδο

το δικό μας και των Εβραίων.

Και τότε ο αρχηγόςτους ο Μωυσής πήρε τη ράβδο του θεού225

-με αυτή τη ράβδο έκαμε άλλοτε να πέσουν πάνω στην Αίγυπτο

τα φοβερά σημάδια και τα θαύματα-

έπληξε τα νώτα της Ερυθράς θαλάσσης

και το βάθος της εσχίσθη στα δύο.

Εκείνοι με όλη τους τη δύναμη

όρμησαν γρήγορα να περάσουν από το αλμυρό μονοπάτι.

Εμείς, χωρίς να βραδύνουμε,230

από το ίδιο πέρασμα, τους ακολουθήσαμε κατά πόδας.

Ήτανε νύχτα όταν μπήκαμε μέσα κραυγάζοντας.

Άξαφνα οι τροχοί των αρμάτων δεν εγύριζαν,

καρφώθηκαν σαν να τους είχαν δέσει.

Και είδαμε τότε από τον ουρανό μια μεγάλη λάμψη

σαν να ᾽ταν λάμψη από φωτιά

-όπως πιστεύουμε, ήταν εκεί ο θεός και τους βοηθούσε.235

Όταν έφθασαν ήδη πέρα από τη θάλασσα,

ένα πελώριο κύμα εβόγγαε πλάι μας.

Κάποιος, όταν το είδε, φώναξε:

«πίσω στα σπίτια μας, να ξεφύγουμε από τα χέρια του Ύψιστου·

γιατί εκείνους τους βοηθάει,240

ενώ για εμάς τους δυστυχείς ετοιμάζει όλεθρο».

Και το κύμα εσκέπασε το πέρασμα της Ερυθράς θαλάσσης

και αφάνισε τον στρατό.

 

(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)