Ιστορίες της Ελληνικής γλώσσας 

Browning, R. Η ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα. 

Δώρης Κ. Κυριαζής 

Browning, R. 2004 δ΄ έκδ. Η ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα. Νέα πρώτη έκδοση 1991, Μτφρ. Μ. Ν. Κονομή. Αθήνα: Παπαδήμας. Τίτλος πρωτοτύπου Medieval and Modern Greek. 1969, 2η έκδ. 1983. Cambridge: Cambridge University Press.

Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1969, αλλά οι εκδόσεις Παπαδήμα, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του '70, φρόντισαν να το θέσουν στην κρίση του έλληνα αναγνώστη σε μετάφραση Δ. Σωτηρόπουλου. Το 1983 ακολούθησε μια δεύτερη αναθεωρημένη αγγλική έκδοση, που, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας στο προλογικό του σημείωμα, «μεγάλο μέρος [της] ξαναγράφτηκε ενώ δεν υπάρχει σχεδόν ούτε μια σελίδα που να μένει αμετάβλητη από την πρώτη έκδοση» (σελ. 8 ελλ. μτφρ.). Η πρώτη ελληνική μετάφραση γνώρισε τουλάχιστον τρεις ανατυπώσεις μέχρι το 1986, για να παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα έκδοση το 1991, με βάση την αναθεώρηση του 1983 και σε μετάφραση της Μαρίας Ν. Κονομή. Κατά τη δεύτερη αυτή περίοδο, το βιβλίο ανατυπώθηκε τρεις φορές (1995, 2002, 2004), γεγονός που αποδεικνύει την εκδοτική του επιτυχία αλλά και τη θερμή υποδοχή που του επιφύλαξε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Οι σημειώσεις που ακολουθούν επικεντρώνονται στο κυρίως κείμενο της έκδοσης του 1991, καθώς η προσθήκη των μεταφράσεων δύο εκτενών άρθρων του Browning («The language of Byzantine literature», 1978˙ «Greek diglossia yesterday and today», 1982), με δεδομένο τον χρόνο δημοσίευσής τους, εκτός από το εύρος πληροφοριών και λεπτομερειών, δεν προσθέτει τίποτα καινούργιο ή διαφορετικό σε όσα έχει διατυπώσει ήδη ο συγγραφέας.

Η πρώτη εμφάνιση του βιβλίου έγινε σε μια περίοδο που μοιάζει μακρινή και διαφορετική από τη σημερινή. Υπήρχε αισθητό κενό στη μελέτη της μεσαιωνικής και νέας ελληνικής, πράγμα που καθιστούσε δύσκολο το εγχείρημα μιας συνολικής προσέγγισης της πορείας και των τάσεων της γλώσσας των Ελλήνων στις νεότερες φάσεις της, καθώς υπήρχε σαφές προβάδισμα στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής. Το βιβλίο Η ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό, επιχειρώντας μάλιστα μια δομική προσέγγιση και εντάσσοντας τα εξεταζόμενα ειδικά γλωσσικά φαινόμενα σε ένα γενικότερο πλαίσιο.

Στην Εισαγωγή, διαπιστώνοντας ότι «ποτέ δεν υπήρξε στην ελληνική γλώσσα κάποια τάση για διάσπαση σε μια σειρά από γλώσσες που είτε δεν ήταν αμοιβαία κατανοητές σε όλα τα σημεία τους ή θεωρούνταν από τους ομιλητές τους ως ξεχωριστές γλωσσικές ενότητες, όπως έγινε με τα 'χυδαία' λατινικά που διασπάστηκαν στις διάφορες ρωμανικές γλώσσες», ο Browning κάνει λόγο για «βραδύτητα αλλαγής της ελληνικής γλώσσας», η οποία «ίσως να σχετίζεται» με την «αδιάκοπη συνέχειά [της], που διαρκεί πάνω από τρεισήμισι χιλιετηρίδες» (σελ. 12-13).

Η «αδιάκοπη συνέχεια» και η «βραδύτητα αλλαγής», ένα ζεύγος εννοιών που αποτελούν πυλώνα της σκέψης του Browning, συμπεραίνονται από τη μελέτη του υλικού που μας άφησε η γλώσσα στην μακρόχρονη πορεία της. Το υλικό αυτό βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη γραφή, η οποία επιβάλλει στον ιστορικό της γλώσσας μια ανάγνωση κάτω και πέρα από τα γράμματα, προκειμένου να εντοπίσει ίχνη του προφορικού λόγου και να νιώσει (στον βαθμό που είναι εφικτό) τον παλμό της ζωντανής γλώσσας.

Δίπλα σ' αυτά ο συγγραφέας εξηγεί πώς από τον 6ο αιώνα π.Χ. και «μέχρι σήμερα υπάρχει μια συνεχής και αδιάλειπτη … παράδοση … λογοτεχνικών κειμένων, η γλωσσική μορφή των οποίων κατέληξε να διαφέρει όλο και περισσότερο από αυτή της προφορικής ομιλίας». Τα κείμενα αυτά «σταδιακά έφτασαν να χρησιμεύουν ως πρότυπα για τον επίσημο γραπτό και προφορικό λόγο», με αποτέλεσμα «ως τον πρώτο αιώνα της εποχής μας να έχει εγκαινιαστεί ένας νέος τύπος διγλωσσίας» (σελ. 14). Έτσι, «όλη η γραμματεία και όλα τα έγγραφα της ύστερης αρχαιότητας και του μεσαίωνα δείχνουν μια ανάμιξη ανόμοιων στοιχείων: η αδιάκοπα αναπτυσσόμενη γλώσσα του λαού νοθεύεται με διάφορους τρόπους και σε ποικίλους βαθμούς από τα κλασικίζοντα ελληνικά». Κάτω από τέτοιες συνθήκες, «συχνά μας είναι παρά πολύ δύσκολο να περιγράψουμε την εξέλιξη της γλώσσας όπως ακριβώς την μιλούσαν στις περισσότερες περιστάσεις. Η πραγματική διαδικασία της γλωσσικής αλλαγής καλύπτεται από μια πλαστή κλασικίζουσα ομοιομορφία» (σελ. 15).

Η λεγόμενη «αρνητική μαρτυρία», συνδυασμένη με τη μαρτυρία μη λογοτεχνικών παπύρων από την Αίγυπτο, καθώς και τα λογοτεχνικά κείμενα με γνωρίσματα της ομιλούμενης γλώσσας, μας βοηθάνε να προσεγγίσουμε τη λαϊκή γλώσσα και τις «αναλογίες της ανάμιξης» της «ζωντανής ομιλίας και της νεκρής παράδοσης», για την περίοδο έως τον 11ο αιώνα (σελ. 16). Για τη μεταγενέστερη μεσαιωνική και την πρώιμη σύγχρονη περίοδο «διαθέτουμε αμεσότερη μαρτυρία» και «βαδίζουμε σε σταθερότερο έδαφος», καθώς διαθέτουμε ποιητικά κυρίως κείμενα, γραμμένα «σε μια μορφή που εμφανέστατα δεν αντιπροσωπεύει καμιά γλωσσική μορφή της σύγχρονης λόγιας γραμματείας» (σελ. 17). Όμως και εδώ «η όψη … μπορεί να μας παραπλανήσει» και η πλάνη σχετίζεται με τη λεξιλογική και μορφοσυντακτική πολυτυπία που παρουσιάζουν ενίοτε τα κείμενα αυτά, όπου δίπλα στον δημώδη τύπο εμφανίζεται και ο λόγιος. «Όλη αυτή η γραμματεία είναι γραμμένη σε μια γλωσσική μορφή που φαίνεται να είναι ένα μίγμα της εξελισσόμενης ομιλούμενης και της στατικής λόγιας γλώσσας», συμπεραίνει ο Browning προειδοποιώντας μας ταυτόχρονα πως «ό,τι είναι φαινομενικά αρχαϊκό δεν οφείλεται κατ' ανάγκη στην επίδραση της λόγιας γλώσσας» (σελ. 22). Άλλωστε «ένα γλωσσικό χαρακτηριστικό δεν αντικαθιστά απλώς ένα άλλο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Και το παλιό και το καινούργιο μπορούν να συνυπάρχουν στον ζωντανό προφορικό λόγο και μάλιστα για ένα χρονικό διάστημα πρέπει να συνυπάρχουν» (σελ. 23).

Ασκώντας κριτική στην τάση της γενιάς του Ψυχάρη και του Χατζιδάκι «να θεωρούν τις γλωσσικές αλλαγές σαν ατομικά φαινόμενα» (σελ. 24), ο Browning δείχνει ξεκάθαρα την προτίμησή του στη δομική γλωσσολογία: «οι φωνολογικές, οι μορφολογικές και οι συντακτικές αλλαγές -και σ' ένα μικρότερο βαθμό και οι λεξιλογικές- είναι γενικά μεμονωμένες απλώς εκδηλώσεις μιας μεταβολής στο δομικό μοντέλο της γλώσσας σε κάποιο επίπεδο» (σελ. 24). Επίσης, η δομική προσέγγιση μας παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης «ανάμεσα σε συμπτωματικές απομιμήσεις της λόγιας γλώσσας και σε πραγματικές εναλλακτικές λύσεις που συνυπάρχουν στην ομιλούμενη γλώσσα» (σελ. 25).

Όσον αφορά τη διαίρεση σε περιόδους της ιστορίας της [προφορικής] γλώσσας, ο συγγραφέας πιστεύει ότι «πίσω από το παραπέτασμα της παραδοσιακής γλωσσικής ομοιομορφίας, η νέα ελληνική γλώσσα είχε ως τον 10ο αιώνα πάρει σε μεγάλο μέρος τη μορφή της και πως πολλές από τις θεμελιακές αλλαγές στη δομή της ανήκουν στην περίοδο μετάβασης από τον αρχαίο κόσμο στο μεσαίωνα» (σελ. 25). Την πρώτη περίοδο (6ος αι. μ.Χ.-1100 μ.Χ.) διαδέχονται άλλες τρεις (1100-1453, 1453-1821, 1821 ως σήμερα), η καθεμιά από τις οποίες αναλύεται στα αντίστοιχα κεφάλαια της μελέτης: Στο τρίτο ο πρώιμος μεσαίωνας, στο τέταρτο ο όψιμος μεσαίωνας, στο πέμπτο η τουρκοκρατία, και στο έκτο το νεοελληνικό κράτος. Το δεύτερο κεφάλαιο καταπιάνεται με την ελληνική γλώσσα στον ελληνιστικό κόσμο και στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ενώ το έβδομο είναι αφιερωμένο στις νεοελληνικές διαλέκτους.

Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες για το κάθε κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε κάποιες από τις βασικές γραμμές πάνω στις οποίες κινείται η σκέψη του Browning. Η γλωσσική αλλαγή είναι, κατά τον συγγραφέα, απόρροια γλωσσικών και εξωγλωσσικών παραγόντων˙ οι δεύτεροι είναι αυτοί που κυρίως καθορίζουν το αν σε μια δεδομένη φάση θα επικρατήσει η τάση ομοιογενοποίησης (βλ. τον σχηματισμό ελληνιστικής κοινής και κοινής νεοελληνικής) ή διαφοροποίησης (βλ. τη δημιουργία νεοελληνικών διαλέκτων). Ο συγγραφέας δεν αρκείται απλά στην παράθεση και περιγραφή φαινομένων που πιστοποιούν τη γλωσσική αλλαγή, αλλά ερευνά και τα αίτια και τους αφανείς μηχανισμούς που την προκαλούν. Παράλληλα με τους συγκριτικούς πίνακες που συγκεντρώνουν τις κύριες αλλαγές από τη μια φάση στην άλλη, είναι εμφανής η φροντίδα να εντάσσονται οι αλλαγές αυτές στο αντίστοιχο ιστορικό πλαίσιο, με τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους του. Η διγλωσσία, λ.χ., μία από τις σταθερές που επί δυο χιλιετίες επηρέασε την πορεία της ελληνικής, μόνο μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μετεξελίχθηκε σε γλωσσικό ζήτημα.

Όπως είναι φυσικό, η πρόοδος που σημείωσε η γλωσσολογική έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει στην εμφάνιση διαφορετικών προσεγγίσεων για ορισμένα τουλάχιστον σημεία (είναι χαρακτηριστικό ότι ο Browning αναφέρεται ο ίδιος στο πρόσκαιρο μερικών εκτιμήσεών του, που αφορούν με ανερεύνητα πεδία). Για παράδειγμα, η μελέτη των γλωσσικών επαφών και του αντίκτυπού τους στη γλωσσική αλλαγή είναι ένας τομέας που γνώρισε πραγματική άνθηση στις δεκαετίες μετά την πρώτη (1969), ακόμα και τη δεύτερη (1983), έκδοση του βιβλίου. Επομένως, αν (ξανα)γραφόταν σήμερα το βιβλίο αυτό, δεν θα έπρεπε να αγνοήσει ή να υποβαθμίσει την άποψη πως «ο σημαντικότερος εξωτερικός παράγοντας που διαμόρφωσε τη σύγχρονη ελληνική έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα υπήρξε η έντονη, αδιάκοπη και στενή αλληλεπίδρασή [της] με ομιλητές άλλων βαλκανικών γλωσσών»[1]. Ο Joseph πάντως σημειώνει ότι και ιστορίες της ελληνικής που κυκλοφόρησαν πρόσφατα «μάλλον συμπτωματικά» ασχολούνται με τη βαλκανική διάστασή της[2], ενώ ο Τζιτζιλής τονίζει την ανάγκη η εξέταση αυτή να συμπεριλάβει και την «έως τώρα αδικαιολόγητα παραμελημένη» μεσαιωνική ελληνική[3].

Υπό το φως της θεωρίας των γλωσσικών επαφών φρονούμε πως επιβάλλεται μια επιφυλακτική στάση σε παραδοχές όπως «Με αυτή την αδιάκοπη συνέχεια … ίσως να σχετίζεται και η βραδύτητα αλλαγής της ελληνικής γλώσσας» ή «Η συνέχεια του λεξιλογικού της αποθέματος είναι εντυπωσιακή - παρόλο που και εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο φαίνονται με την πρώτη ματιά. Και παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πολλές ανακατατάξεις των μορφολογικών σχημάτων, υπήρξε και μεγάλη συνοχή· έτσι τα ελληνικά αποτελούν, ακόμα και σήμερα, αρκετά εμφανώς έναν αρχαϊκό, ινδοευρωπαϊκό τύπο γλώσσας, όπως τα λατινικά ή τα ρωσικά, και όχι μια σύγχρονη αναλυτική γλώσσα, όπως τα αγγλικά ή τα περσικά» (σελ. 12-13).

Τα παραπάνω χωρία από το έργο του Browning παραπέμπουν ευθέως στην ενδιαφέρουσα προβληματική που αναπτύσσει ο αείμνηστος Τάσος Χριστίδης, δίνοντας έμφαση στο ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο τέτοιων παραδοχών. Τονίζοντας ότι «…η παραδοχή μιας εγγενούς εξελικτικής συντηρητικότητας της ελληνικής -εν είδει φυσικής προίκας ή αρετής- υπονομεύει, αν δεν ακυρώνει, την ιστορικότητα του φαινομένου της ενότητάς της», ο Χριστίδης σημειώνει από τη μία πως η ιδεολογία της ομοιογένειας, «που χαρακτηρίζει τη δόμηση και την ύπαρξη των εθνικών κρατών, στη γλωσσική της εκδοχή, πριμοδοτεί την έννοια 'γλώσσα', την κοινή, ισχυρή διάλεκτο … και υποτιμά τις ασθενείς γλωσσικές ποικιλίες, τις διαλέκτους»· από την άλλη, «η παραδοσιακή ιστορική γλωσσολογία κυριαρχήθηκε από μια άποψη που δεν απέχει πολύ από τον χώρο της προκατάληψης: την υποβάθμιση γλωσσικών αλλαγών που οφείλονται σε εξωτερική γλωσσική επαφή και την πριμοδότηση της θέσης ότι η γλωσσική αλλαγή έχει, κατά βάση, εσωτερική, 'ενδοσυστημική' αιτιολογία. Πρόκειται για μια αντίληψη εξελικτικής 'καθαρότητας' που απηχεί, βέβαια, τον ιδεολογικό καθορισμό της παραδοσιακής ιστορικής γλωσσολογίας από το έθνος-κράτος… Και ως καθαρός … πυρήνας της γλώσσας … αναγορεύεται στο πλαίσιο αυτό η μορφολογία και, κατά δεύτερο λόγο, το βασικό λεξιλόγιο»[4]. Παρότι η παραπάνω κριτική δεν αφορά αποκλειστικά το έργο του Browning, ο οποίος άλλωστε δεν μπορεί να θεωρηθεί «καθαρόαιμος» εκπρόσωπος της παραδοσιακής ιστορικής γλωσσολογίας, κρίνουμε σκόπιμο να κλείσουμε με δύο επιπλέον θέσεις του Χριστίδη, όχι τόσο προς επισήμανση κάποιας ατέλειας του βιβλίου, όσο προς υπογράμμιση της γενικότερης αξίας τους: η διεύρυνση του ερευνητικού φάσματος και προς τις «ασθενείς» ποικιλίες της «δεν επιτρέπει κατηγορηματικές διατυπώσεις περί συνολικής εξελικτικής συντηρητικότητας της ελληνικής γλώσσας». Επομένως, σε ό,τι αφορά τη νέα ελληνική, «η ακριβέστερη τυπολογική τοποθέτησή της θα ήταν σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, στο συνεχές μεταξύ συνθετικότητας και αναλυτικότητας»[5].

Χωράει συζήτηση επίσης και η άποψη του Browning, σύμφωνα με τον οποίο «στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας πρέπει να έχουμε κατά νου όχι μόνο την άμεση επίδραση της λόγιας γλώσσας πάνω στους μορφωμένους αλλά και την άμεση επίδρασή της πάνω στους αγράμματους, που την ακούνε σε επίσημες περιστάσεις ή από πρόσωπα με μεγάλο κύρος στην κοινωνία: η εξοικείωση της πολύ μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων με τη γλώσσα της ορθόδοξης λειτουργίας είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με αυτό το ζήτημα» (σελ. 23). Σε άλλο σημείο (σελ. 13) ο συγγραφέας τονίζει την ανάγκη «να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην ενεργό και την παθητική γλωσσική ικανότητα», εννοώντας προφανώς την ευχέρεια που παρέχει στον Νεοέλληνα το παθητικό του γλωσσικό υπόβαθρο για την κατανόηση παλαιότερων κειμένων της ελληνικής. Η αισιόδοξη αυτή διαπίστωση μπορεί να είχε κάποιο αντίκρισμα την εποχή που γνώρισε ο Browning την Ελλάδα, αλλά μισό αιώνα μετά ακούγεται μάλλον υπερβολική.

Ο συγγραφέας γράφει κατανοητά χωρίς να χάνεται σε λαβύρινθους λεπτομερειών· μέσα από τις γραμμές του βιβλίου φαίνεται το έμπειρο χέρι του πανεπιστημιακού δασκάλου και η μαστοριά του να μετατρέψει σε ευχάριστο ταξίδι την περιδιάβαση στα μονοπάτια της εξειδικευμένης γνώσης. Η σαφήνεια στην παρουσίαση των επιμέρους και η συστηματικότητα στην ύφανση του εκάστοτε γενικού πλαισίου αποτελούν τις κύριες αρετές του βιβλίου[6]. Υπάρχουν μάλιστα σημεία, όπως στη σελ. 255, όπου ο λόγος του συγγραφέα αποκτά ιδιαίτερη εκφραστική δύναμη: «…τα σχολικά βιβλία του δημοτικού έπρεπε να συγκεντρωθούν και να καούν, όπως τα στρωσίδια ενός πεθαμένου από πανούκλα».

Η μετάφραση της Μ. Κονομή είναι γενικά προσεγμένη, με αποτέλεσμα να μη δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες κατανόησης του κειμένου. Ωστόσο, ορισμένες λεπτομέρειες και αποχρώσεις χρειάζονταν περισσότερο σμίλευμα. Συγκεκριμένα, στη σελ. 209, δεδομένου ότι «κανένα από τα έργα της περιόδου δεν υπήρξε αντικείμενο σοβαρής μελέτης, ο συγγραφέας προειδοποιεί πως οποιεσδήποτε γενικές παρατηρήσεις πρέπει να έχουν έναν ιδιάζοντα επιφανειακό και προσωρινό χαρακτήρα». Εδώ, ένα δεν μπορεί παρά ή είναι αναπόφευκτο θα θεράπευε το αόριστο και παρερμηνεύσιμο πρέπει. Σημειώνουμε ότι στη σελ. 158, χωρίο ανάλογου περιεχομένου έχει μεταφραστεί σωστά: «Τα συμπεράσματα στα οποία θα καταλήξουμε θα είναι κατανάγκην προσωρινά και υποθετικά». Στη σελ. 45, η β΄ παράγραφος: «Οι τύποι σε -τερος, -τάτος παραμερίζονταν όλο και περισσότερο από τους ανώμαλους σχηματισμούς του συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού» αποδίδει το ακριβώς αντίθετο νόημα κι αυτό φαίνεται από την παραβολή με το πρωτότυπο: «Anomalous comparative and superlative forms were more and more replaced by forms in-τερος, -τατος» (σελ. 28 β΄ έκδοσης).

Η εμφάνιση τα τελευταία χρόνια μιας σειράς βιβλίων για την ιστορία της ελληνικής δείχνει πως το θέμα αυτό εξακολουθεί να παραμένει ελκυστικό στην Ελλάδα και ευρύτερα. Το βιβλίο του Browning είναι από τα πρώτα που άντλησαν και διέδωσαν μέρος αυτής της αέναης γοητείας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Joseph, B. 2003.The role of Greek and Greece linguistically in the Balkans. Στο Greece and the Balkans: identities, perceptions and cultural encounters since the Enlightenment, επιμ. D.Tziovas, 225-226. Ashgate Publishing Ltd.
  2. Χριστίδης, Α.-Φ. 2001. Εισαγωγή. Στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, 3-17. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
  3. Μόζερ, Α. 2007. Henri Tonnet. 1995. Ιστορία της νέας ελληνικής γλώσσας: Η διαμόρφωσή της. Μτφρ. Μ. Καραμάνου & Π. Λιαλιάτσης. Eπιμ. Χ. Χαραλαμπάκης. Αθήνα: Παπαδήμα. Τίτλος πρωτοτύπου Histoire du grec moderne: la formation d' une langue (Παρίσι: L'Asiathèque, 1993).
  4. Tzitzilis, Chr. 2000. Das Mittelgriechische im Lichte der Balkanlinguistik. Στο Βαλκανική γλωσσολογία-Συγχρονία και διαχρονία, επιμ. Χρ. Τζιτζιλής & Χ. Συμεωνίδης, σ. 270. Θεσσαλονίκη.

1 Βλ. Joseph 2003.

2 Ό.π., 232.

3 Tzitzilis 2000, 270.

4 Βλ. Χριστίδης 2001.

5 Χριστίδης ό.π.

6 Βλ. και την εύστοχη σύγκριση του βιβλίου του R. Browning με το έργο Ιστορία της νέας ελληνικής γλώσσας: η διαμόρφωσή της του H. Tonnet, που κάνει η συνάδελφος Α. Μόζερ σε σχετική με το δεύτερο βιβλιοκριτική της, δημοσιευμένη στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα του ΚΕΓ.

Τελευταία Ενημέρωση: 31 Μάϊ 2007, 16:42