ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Θέματα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας 

Δημιουργία της ελληνιστικής κοινής 

Νίκος Παντελίδης (2007) 

Ασαφή παραμένουν όμως τα πράγματα και ως προς την εποχή δημιουργίας των νεοελληνικών διαλέκτων και την σχέση τους προς την παλαιότερη Ελληνική[1]. Κατά τον Thumb[2] η γλωσσική διάσπαση που διαπιστώνεται στην νέα Ελληνική πρέπει να άρχισε από την στιγμή που συμπληρώθηκε η διαδικασία του σχηματισμού της Κοινής, στα μέσα δηλαδή της πρώτης μ.Χ. χιλιετίας,[3] αφού ήδη μέσα στην ελληνιστική Κοινή είχαν διαμορφωθεί πέντε αποχρώσεις της. Ο Heisenberg,[4] έχοντας υπόψη του ότι η γλωσσική μορφή της δημώδους γραμματείας του μεσαίωνα παρουσιάζει ομοιομορφία, συμπέρανε ότι η λαϊκή γλώσσα ήταν τότε σε ολόκληρο το κράτος ενιαία· έτσι τοποθέτησε τις αρχές των νεοελληνικών διαλέκτων στην εποχή που εξασθενεί η πνευματική επιβολή της βυζαντινής πρωτεύουσας πάνω στην περιφέρεια του ελληνόφωνου κόσμου, δηλαδή ύστερα από το 1200. Την όψιμη όμως αυτή χρονολόγηση την απέκρουσαν ο Kretschmer[5] και ο Αναγνωστόπουλος[6] εφιστώντας την προσοχή στο ότι πολλές ιδιοτυπίες των νεοελληνικών διαλέκτων ανάγονται στα χρόνια της πρώιμης ή της μεταγενέστερης Κοινής. Γενικά πάντως αναγνωρίζεται ότι εκτός από την Τσακονική οι άλλες διάλεκτοι της νέας γλώσσας δεν έχουν σχέση με τις διαλέκτους της αρχαίας.

[…]

Το πρόβλημα που τίθεται στην έρευνα από την κατάσταση αυτή της νέας Ελληνικής είναι σε ποια σχέση βρίσκονται οι διάλεκτοι αυτές με την ελληνική γλώσσα της ελληνιστικής-ρωμαϊκής εποχής. Προέρχονται από μια ομοιόμορφη γλώσσα, που μιλιούνταν εκείνα τα χρόνια σε όλο τον ελληνικό χώρο, εκτός από την Τσακονιά, και διασπάστηκε αργότερα, ή αντικατοπτρίζουν λίγο πολύ την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην γλώσσα; Από την μια η απόρριψη της παλαιότερης γνώμης ότι η νέα Ελληνική έχει προέλθει από την Αιολοδωρική και η σύναψή της προς την Κοινή, από την άλλη το γεγονός ότι ως τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα η δημώδης Κοινή ήταν ελλιπέστατα γνωστή (οι πάπυροι, η κύρια πηγή της, είχαν μόλις τότε αρχίσει να προβάλλουν στο φως), τέλος το ίδιο το όνομα 'Κοινή' οδήγησαν στην εκδοχή ότι πίσω από τις διαλεκτικές και ιδιωματικές ιδιοτυπίες της νέας Ελληνικής λανθάνει ένας λίγο πολύ ενιαίος πρόγονος. Η εκδοχή αυτή φαίνεται τόσο αυτονόητη, ώστε ακόμη και εκείνοι που αναγνωρίζουν ότι διατηρήθηκε κάποια ποικιλία από την παλαιότερη εποχή δεν αμφιβάλλουν ότι η Κοινή ήταν κατά βάση ενιαία. Η προκατάληψη που διαμορφώθηκε κατ' αυτό τον τρόπο, πριν ακόμη ερευνηθούν τα πράγματα σε όλα τα καθέκαστά τους, έδωσε στην έρευνα, ιδίως τον πρώτο καιρό, λανθασμένη κατεύθυνση. Έτσι προσπαθούσαν να εξηγήσουν την ποικιλόμορφη εικόνα των νεοελληνικών γλωσσικών φαινομένων από αυτή την δήθεν ενιαία μορφή της Κοινής και με αυτόν τον τρόπο βρίσκονταν αναγκασμένοι να δέχονται απίθανες εξελίξεις (παράδειγμα το φαινόμενο των δίδυμων συμφώνων στα νοτιοανατολικά νησιά, που ο Schmitt αμφισβήτησε την σχέση του με την δίπλωση των συμφώνων στην αρχαία Ελληνική, γιατί παράλληλα με όσα παλαιά δίδυμα έχουν εκεί διατηρηθεί εμφανίζονται και μερικές απλοποιήσεις παλαιών δίδυμων ή σποραδική δίπλωση παλαιών απλών συμφώνων).

Ωστόσο μια ακριβέστερη εξέταση των πραγμάτων δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει την εκδοχή αυτήν. Αν βέβαια συμβουλευτούμε μόνο την γραπτή παράδοση, πρέπει να τοποθετήσομε τις διαλέκτους της νέας Ελληνικής σε χρόνο αρκετά πρόσφατον, γιατί η Κοινή των ελληνιστικών-ρωμαϊκών χρόνων μας παρουσιάζεται εκεί σε γενικές γραμμές ενιαία. Η προσπάθεια των Sturz και Buresch να ανακαλύψουν ακολουθώντας τα ίχνη των παλαιών γραμματικών μια αλεξανδρινή-αιγυπτιακή διάλεκτο δεν απέδωσε αποτελέσματα. Οι σχετικές μαρτυρίες των γραμματικών αφορούν γενικά χαρακτηριστικά της Κοινής. Και η μεσαιωνική Κοινή, όπως την γνωρίζουμε από τα γραπτά της μνημεία που έχομε στην διάθεσή μας, παρουσιάζεται επίσης ενιαία, καθώς το παρατήρησε ήδη πολύ σωστά ο Heisenberg. Οι διάλεκτοι της νέας γλώσσας γίνονται για πρώτη φορά χειροπιαστές σε γραπτές πηγές μόλις κατά τον όψιμο μεσαίωνα, πρώτα η διάλεκτος της Κύπρου (14ος αι.), κατόπι εκείνη της Κρήτης (14ος/15ος αι.), ενώ μερικές δεν μας έχουν παραδοθεί καθόλου γραπτώς.

[…]

Ότι ωστόσο παρά την σιγή των γραπτών πηγών υπήρχαν στην Ελληνική από πολύ παλαιότερα διαλεκτικές διαφορές, το δείχνει ξεκάθαρα η τσακονική διάλεκτος. Αυτή δεν μνημονεύετεαι με τ' όνομά της, όπως είπαμε, παρά στο τέλος του μεσαίωνα· ποιος όμως μπορεί να αμφιβάλλει ότι τα χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες διαλέκτους και τα ιδιώματα της νέας Ελληνικής δεν δημιουργήθηκαν εκ των υστέρων σ' αυτήν, αλλά είναι παλαιά;

Πβ. το δωρικό ᾱ: ἁ ἁμέρα, ἁ φωνά, ἁ μάτη 'μήτηρ', την προφορά του υ ως u ακόμη και πριν από τα λαρυγγικά: γουναίκα, κουβάνε 'κυάνεος', κούνε 'κύων', ἄχουρε 'ἄχυρον', την κλειστή προφορά του ω που κατέληξε σε u: γρούσσα 'γλῶσσα' οὕρα 'ὤρα', το F στο δαβελὲ (Ἡσύχ. δαβελός· δαλός), βάννε '*ἄρνος' (πβ. Fαρήν), την αποκοπή: κουμπαίνου 'καββαίνω' (καταβαίνω), τον ρωτακισμό: τὰρ ἁμερὶ 'τῆς ἡμέρας', νὰχαρῆρ-ε 'ἵναχαρῇς', την προφορά του θ ως σ: σέρι 'θέρος', την αποβολή του σ ανάμεσα σε φωνήεντα (ύστερα από την τροπή σ>h): ὁροὺα από το ὁρῶ'α (ὁρῶσα), το δδ (> ντ| = nd|) αντί ζ: σεζίντου από το θερίδδω < θερίσδω, την τροπή του σκ σε κκ (Ἡσύχ. ἀκκόρ· ἀσκός. Λάκωνες), το ἐκιοὺ 'τὺ' αντί (ἐ)σύ, έπειτα το αρχαϊκό λεξιλόγιο: ἄντε 'ἄρτος', ἑμοῦ'ὑμῶν', ὄνεὄνος, ὕοὕδωρ' κτλ.

[…]

Οι νεοελληνικές διάλεκτοι δεν εξαρτώνται βέβαια αμέσως από τις αρχαίες διαλέκτους, γιατί δεν αποτελούν περαιτέρω φυσιολογική εξέλιξή τους, απεικονίζουν όμως την κατάσταση που δημιουργήθηκε στις διάφορες ελληνόφωνες περιοχές σε μια στιγμή όπου σταμάτησε η δίνη που προκλήθηκε από την σύγκρουση των ποικίλων, παλαιοδιαλεκτικών κατά το πλείστον, ρευμάτων με την αττική γραπτή και προφορική γλώσσα των μορφωμένων, και παρέμεινε σε κάθε τόπο ζωντανό ένα σύνολο τύπων με ποικίλη προέλευση, που κατόπι στο στόμα του λαού μπήκε σε γραμματικό κανόνα.

1 Πβ. Debrunner, Geschichte, § 152.

2 Hell., 165 εξξ.

3 Πβ. τον ίδιο στο Die Kultur der Gegenwart, I, Abt. IX (Λιψία - Βερολίνο 1908), 250: «πάντως ήδη μέσα στην πρώτη χριστιανική χιλιετία».

4 Dialekte, 13εξξ., ιδίως 19εξξ.

5 Glotta 11 (1921), 232εξξ.

6 ΕΕΒΣ 1 (1924), 93εξξ., ιδίως 99εξξ.

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 10:47