ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Θέματα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας 

Αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι 

Νίκος Παντελίδης (2007) 

Η επική ή ομηρική διάλεκτος είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τη μελέτη τής αρχαίας γλώσσας, ως η αρχαϊκότερη μορφή Ελληνικής μετά, φυσικά, την ακόμη αρχαϊκότερη Μυκηναϊκή· η δεύτερη πάντως είναι ανεπαρκώς γνωστή, λόγω τού σύντομου χαρακτήρα τών μυκηναϊκών κειμένων, που είναι κυρίως κατάλογοι ανθρώπων, ζώων και προϊόντων και τών ατελειών τού γραφικού συστήματος. Η επίδραση τής επικής διαλέκτου στις άλλες, ιδίως στις λογοτεχνικές, υπήρξε μεγάλη. Η σπουδαιότητα όμως τής διαλέκτου συμβαδίζει με την εμφάνιση δυσκολότατων προβλημάτων, όχι μόνο φιλολογικών όπως το «ομηρικό ζήτημα» (ένας ποιητής ή περισσότεροι κ.ά.).

Μέχρι το 1800 περίπου οι φιλόλογοι χαρακτήριζαν γενικά τη γλώσσα τού έπους ως παλαιά Ιωνική (Πρωτοϊωνική, με σύγχρονη ορολογία). Με την εμφάνιση όμως τής ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας στις αρχές τού 19ου αιώνα, η άποψη αυτή εγκαταλείφθηκε. Έτσι ο Φικ (August Fick), μετά τους αρχαίους Δικαίαρχο και Ζώπυρο τον Μάγνητα, υποστήριξε ότι αρχική γλώσσα τών επών ήταν η Αιολική, στην οποία και επανέγραψε ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια (!). Κατά τον Φικ, ακολούθησε εξιωνισμός τών επών, ενώ, όταν καταγράφηκαν στην Αθήνα επί Πεισιστράτου (6ος αιώνας), σύμφωνα με αρχαία μαρτυρία, και όταν μεταγράφηκαν («μεταχαρακτηρισμός») στο ευκλείδειο αλφάβητο -το σημερινό, με τα 24 γράμματα- περί τα τέλη τού 4ου αιώνα, εισήλθαν ορισμένοι αττικοί τύποι, όπως το ἕως ή εἵως αντί ἧος, που δημιουργούν μετρικά προβλήματα. Επίσης υπάρχουν τεχνητά στοιχεία, π.χ. «διεκτάσεις» (ὁρόω = ὁράω = ὁράας = ὁράεις), μετρικές εκτάσεις (εἰαρινός = ἐαρινός) κ.ά., σημαντικό μέρος των οποίων οφείλεται προφανώς στους διάφορους επεξεργαστές τού κειμένου.

Κατά τον Χατζιδάκι κ.ά., τα έπη συνετέθησαν σε περιοχή τής Μ. Ασίας ή τών παρακείμενων νήσων όπου συζούσαν Ίωνες και Αιολείς, σε ανάμεικτη διάλεκτο, στην οποία υπερισχύουν τα ιωνικά στοιχεία, «ἀφοῦ κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐποιοῦντο τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, ἡ ἰωνικὴ φυλὴ ἐλάμβανεν ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον μεγαλυτέραν ἐπίδοσιν» (Χατζιδάκις). Εν τούτοις, είναι προφανής ο τεχνητός χαρακτήρας τής επικής διαλέκτου, όπου συνυπάρχουν στοιχεία διαφορετικών διαλέκτων αλλά και διαφορετικών εποχών, λ.χ. νόος - νοῦς, σέο -σεῦ (σοῦ), τα οποία πείθουν ότι η διάλεκτος αυτή δεν μιλήθηκε. Η ανάμειξη δεν είναι τυχαία, αφού οι αιολισμοί συνδέονται στενά με το μέτρο, ενώ οι ιωνικοί τύποι συνήθως όχι (πβ. αιολ. πόδεσσι - ιων. ποσί, αλλά ιων. πείρατα ισοδύναμο με αιολ. πέρρατα). Επί πλέον οι αιολισμοί συνδέονται ουσιαστικά με τη Βοιωτική και ιδίως τη Θεσσαλική (λ.χ. γεν. σε -ᾱο, ᾱ́ων, -οιο), ενώ λείπουν χαρακτηριστικοί τύποι τής Λεσβιακής, όπως αιτ. πληθ. σε -οις και μετχ. σε -οισα.

Η γνώση τής Μυκηναϊκής οδήγησε σε επανεξέταση τών αιολικών στοιχείων τής επικής διαλέκτου. Έτσι, οι Ρέιχ, Ρις, Σαντραίν κ.ά. διατύπωσαν τη θεωρία ότι τα έπη, πολύ πριν εξιωνισθούν, είχαν συντεθεί κυρίως στη Μυκηναϊκή ή Αχαϊκή (ή νότια Αχαϊκή) και οι αιολισμοί είναι κατά μέγα αχαϊσμοί (λ.χ. γεν. σε -ᾱο κ.ο.κ.). Ένα μικρό μέρος τών αιολισμών, όπως δοτ. σε -εσσι, απαρέμφ. σε -μεν και το πίσυρες «τέσσερεις», προέρχονται από ένα βόρειο, αιολικό, επικό κύκλο, τού οποίου η συμμετοχή στην αρχική διαμόρφωση τών επών υπήρξε λιγότερο σημαντική.

Η άποψη τού Κερκ (G.S. Kirk) ότι τα μυκηναϊκά στοιχεία στο έπος είναι ελάχιστα, επειδή η πραγματική αρχή του τοποθετείται στη μεταμυκηναϊκή εποχή (το συνέθεσαν Ίωνες αοιδοί), κρίνεται μονομερής. Ανάλογη μονομέρεια χαρακτηρίζει απόψεις όπως αυτές τών Ουέμπστερ (T.B.I. Webster) και Στρουνκ (K. Strunk), ότι γενικά οι αιολισμοί στο έπος είναι στην πραγματικότητα γνωρίσματα τής Μυκηναϊκής ή νεότερα δάνεια -κατά τον Ουέμπστερ, μάλιστα, η επική παράδοση θα μεταφέρθηκε στην Ιωνία από Αθηναίους αοιδούς. Ούτως ή άλλως, είναι γεγονός ότι τα μυκηναϊκά κείμενα, λόγω τής φύσεώς τους δεν βοηθούν σημαντικά στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ώστε να δοθούν λύσεις σε καίρια προβλήματα που απασχολούν στην ομηρική έρευνα.

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 10:44