Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στρατόπεδο
1 εγγραφή
στρατόπεδο το [stratópeδο] Ο40 : 1α. τόπος με κτίρια και με άλλες εγκαταστάσεις για μόνιμη διαμονή στρατιωτών: ~ νεοσυλλέκτων. Στρατιώτες φρουρούν την πύλη του στρατοπέδου. || τόπος για την προσωρινή διαμο νή στρατιωτικών μονάδων. β1. σε δικτατορικά καθεστώτα, αυστηρά φρουρούμενη περιοχή, όπου συγκεντρώνουν άτομα στα οποία επιβάλλουν μια στρατιωτικά οργανωμένη διαβίωση: Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, που λειτούργησαν στη ναζιστική Γερμανία ως τόποι εξόντωσης ανεπιθύμητων ομάδων πληθυσμού ή αντιφρονούντων. ~ εργασίας, για αιχμαλώτους ή καταδίκους. ~ αιχμαλώτων. β2. ελεγχόμενη περιοχή με εγκαταστάσεις για προσωρινή διαμονή ατόμων που ανήκουν σε κάποια ειδική κατηγορία: ~ προσφύγων. 2. (μτφ.) ιδεολογικός χώρος που βρίσκεται σε έντονη αντιπαράθεση με άλλον ή με άλλους αντίστοιχους χώρους: Ο ένας ανήκε στο ~ των δημοτικιστών και ο άλλος στο ~ των καθαρευουσιάνων. Aνήκουν στο ίδιο ~. Άλλαξε ~, άλλαξε ιδέες, πεποιθήσεις.

[λόγ. < αρχ. στρατόπεδον]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες