Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αετός
2 εγγραφές [1 - 2]
αετός 1 ο [aetós] Ο17 θηλ. αετίνα* : 1.αρπακτικό πτηνό με εύρωστο και βαρύ σώμα, με δυνατό και κυρτό ράμφος και με δυνατά και γαμψά νύχια: Στην Ελλάδα ζουν διάφορα είδη αετών. Ορισμένα είδη αετών απειλούνται με εξαφάνιση. Περήφανος ~. || (ως σύμβολο θεϊκής, βασιλικής, κρατικής δύναμης, σε παραστάσεις): Ο ~ του Δία. Ρωμαϊκός ~. Ο δικέφαλος βυζαντινός ~. Στη λαϊκή ποίηση, ο ~ αναφέρεται ως σύμβολο της ανδρείας και της παλικαριάς, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας. 2. κατασκευή από επίπεδη επιφάνεια (χάρτινη ή υφασμάτινη) στερεομένη πάνω σε ελαφρό σκελετό, που ανυψώνεται και μετεωρίζεται με την κίνηση του αέρα· χρησιμοποιείται συνήθως για παιχνίδι: Xάρτινος ~, χαρταετός. Πετώ / σηκώνω αετό. 3. (μτφ.) για άνθρωπο πολύ έξυπνο: Είναι ~.

[1: αρχ. ἀετός· 2: σημδ. ιταλ. aquilone· 3: μτφ. σημ.]

αετός 2 ο : μεγάλο ψάρι με δύο πλατιά, τριγωνικά πτερύγια, που του δίνουν την όψη αρπακτικού πουλιού με ανοιγμένα φτερά, και με μακριά, σαν μαστίγιο, ουρά.

[< αετός 1]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες