Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: *φυλακείο
2 items total [1 - 2]
αρχειοφυλάκιο το [arxiofiláio] Ο40 & αρχειοφυλακείο το [arxiofilaío] Ο39 : ο χώρος όπου φυλάσσονται επίσημα έγγραφα.

[λόγ. αρχειοφυλακ- (δες αρχειοφύλακας) -ιον, -είον]

υποθηκοφυλακείο το [ipoθikofilakío] Ο39 : δημόσια υπηρεσία όπου φυλάσσονται τα βιβλία των υποθηκών και των μεταγραφών.

[λόγ. υποθηκοφυλακ- (δες υποθηκοφύλακας) -είον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go