Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: όμιλος
1 item total
όμιλος ο [ómilos] Ο19 : ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα, ιδίως σε επωνυμίες συλλόγων, σωματείων κτλ.: Εκπαιδευτικός ~. Παναθηναϊκός Aθλητικός Όμιλος. Nαυτικός / ορειβατικός / ιππικός ~. ~ επιχειρήσεων. || ο χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται τα μέλη ενός ομίλου: H κοπή της πίτας θα γίνει στον όμιλο στις 12 η ώρα.

[λόγ. < αρχ. ὅμιλος `συγκεντρωμένο πλήθος΄ & σημδ. γαλλ. groupe]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go