Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ψυχο
68 items total [1 - 10]
ψυχο- 1 [psixo] & ψυχό- [psixó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & ψυχ- 1 [psix], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά συνήθ.: I1. στην ψυχή του ανθρώπου, στον ψυχικό και πνευματικό του κόσμο: ψυχαγωγώ, ~κτόνος, ~σωτήριος, ~φθόρος. || (φιλοσ.) στην έννοια της ψυχής ως αρχής της ζωής: ~κρατία. 2. στις τελευταίες στιγμές της ζωής του ανθρώπου, στην επιθανάτια αγωνία: ~μαχώ, ~ρραγώ· ~μαχητό. 3. στην ψυχή των νεκρών: ~πομπός· ~μαντεία, νεκρομαντεία· ~λείτουργο, ~σάββατο, ψυχόπιτα. II. (οικ.) στα σημασιολογικά χαρακτηριστικά του επιθέτου θετός με ανεπίσημη ή επίσημη διαδικασία: ~γιός, ~κόρη, ~μάνα, ~πατέρας, θετός γιος, θετή κόρη κτλ.

[Ι2, 3: θ. του ουσ. ψυχ(ή) -ο- & λόγ. < αρχ. ψυχ(ο)- θ. του ουσ. ψυχ(ή) -ο- ως α' συνθ.: ψυχο-πομπός επίθετο του Χάροντα και του Ερμή· Ι1: λόγ. < αρχ. ψυχο-: αρχ. ψυχο-ρραγῶ· ΙΙ: θ. του ουσ. ψυχ(ή) -ο- στη σημ.: `για τη σωτηρία της ψυχής΄]

ψυχο- 2 [psixo] & ψυχό- [psixó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & ψυχ- 2 [psix], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : (επιστ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά συνήθ.: 1. στις ψυχικές και πνευματικές ικανότητες, δυνάμεις του ατόμου: ~βιολογία, ~θεραπεία, ~μετρία, ~φυσιολογία· ~σύνθεση· ψυχόγραμμα· ~σωματικός. || ~γλωσσολογία, ~κοινωνιολογία, γλωσσολογία και κοινωνιολογία υπό το πρίσμα της ψυχολογίας και των νόμων της. 2. στις ψυχικές παθήσεις του ατόμου: ψυχίατρος, ψυχιατρική· ~παθής, ~παθολογία.

[λόγ. < διεθ. psycho- με βάση το γαλλ. psychologie < νλατ. psycologia (δες λ.) και σύντμ. της λ. ψυχο(λογία) < γαλλ. psycho(logie): ψυχο-λογία < γαλλ. psychologie, ψυχο-πάθεια < γερμ. Ρsychopathie, ψυχο-σωματικός < αγγλ. psychosomatic & σε μτφρδ.: ψυχο-γλωσσολογία < αγγλ. psycholinguistics]

ψυχοβγάλτης ο [psixovγáltis] Ο10 : 1.(λαογρ.) ονομασία του Aρχάγγελου Γαβριήλ, επειδή παρίσταται κατά τη στιγμή της εκπνοής ανθρώπου που πεθαίνει. 2. (μτφ., προφ.) για όποιον ταλαιπωρεί κπ. υπερβολικά.

[ψυχο- 1 + βγαλ- (βγάζω) -της]

ψυχοβιολογία η [psixoviolojía] Ο25 : η μελέτη των αμοιβαίων σχέσεων σώματος και ψυχής.

[λόγ. < γερμ. Ρsychobiologie < psycho- = ψυχο- 2 + Biologie = βιολογία]

ψυχοβιολογικός -ή -ό [psixoviolojikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στην ψυχοβιολογία.

[λόγ. ψυχοβιολογ(ία) -ικός]

ψυχογένεια η [psixojénia] Ο27 : η μελέτη των ψυχικών αιτίων που μπορούν να ερμηνεύσουν μια συμπεριφορά, ένα σύμπτωμα ή μια νόσο.

[λόγ. < γερμ. Ρsychogenie ή γαλλ. psychogénie < psycho- = ψυχο- 2 + αρχ. γεν- (γεννῶ) -ie = -ια, -εια]

ψυχογένεση η [psixojénesi] Ο33 : η γένεση, ανάπτυξη και διαμόρφωση των ψυχικών δυνάμεων, της συνείδησης.

[λόγ. < γερμ. Ρsychogenesis ή γαλλ. psychogénèse < psycho- = ψυχο- 2 + αρχ. γένε(σις) -ση]

ψυχογενετικός -ή -ό [psixojenetikós] Ε1 : που αναφέρεται στην ψυχογένεση: Ψυχογενετική μελέτη.

[λόγ. < γαλλ. psychogénétique < psycho génè(se) = ψυγογένε(σις) -tique = -τικός]

ψυχογενής -ής -ές [psixojenís] Ε10 : που τα αίτιά του είναι ψυχολογικά και όχι υλικά, σωματικά: ~ δερματοπάθεια.

[λόγ. < γερμ. Ρsychogen ή γαλλ. psychogène < psycho- = ψυχο- 2 + -gen (-gène) = -γενής]

ψυχογιός ο [psixojós] Ο17 : (οικ.) θετός (με ανεπίσημη ή επίσημη υιοθεσία) γιος κάποιου· (πρβ. ψυχοκόρη, ψυχοπαίδα, ψυχοπαίδι): Tον πήρε ψυχογιό, να του μάθει την τέχνη, να του αφήσει και το μαγαζί σαν θα πέθαινε.

[ψυ χο- 1 + γιος]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...7   Next >
Go to page:Go