Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ψέμα
2 items total [1 - 2]
ψέμα το [pséma] Ο48 : 1.λόγος που δεν είναι αληθινός, που είναι αντίθετος με την αλήθεια. ANT αλήθεια: Mεγάλο / ασύστολο / κατάφωρο / χονδροειδές / τερατώδες / χοντρό / μικρό / αθώο ~. Πρωταπριλιάτικο ~. Λέω ψέματα, ψεύδομαι. Mην τον πιστεύετε· όλα όσα είπε είναι ψέματα. Άσε τα ψέματα. Πρέπει να είναι πολύ αφελής κανείς για να πιστέψει τέτοια ψέματα. Είναι ~ ότι…, είναι ψευδές. ΦΡ ~ με ουρά*. || η πράξη του ψεύδομαι· ψευτιά, ψευδολογία: Πλούτισε με τα ψέματα και την απάτη. 2. για ό,τι δεν υπήρξε ή δεν υπάρχει· μύθος: H απόλυτη ευτυχία δεν είναι παρά ένα μεγάλο ~. || (έκφρ.) (μου φαίνεται) σαν ~, για γεγονός μη αναμενόμενο ή ανέλπιστο, το οποίο μας προκαλεί έντονη εντύπωση ή συγκίνηση. τέλειωσαν / σώθηκαν τα ψέματα ή τέρμα τα ψέματα, η κατάσταση έφτασε σε ένα κρισιμότατο σημείο και δεν υπάρχουν περιθώρια για αναβολές, υπεκφυγές κτλ.: Tέρμα τα ψέματα· από αύριο αρχίζουμε σκληρή δουλειά. ΦΡ με τα ψέματα: α. με ανεπαρκή και πενιχρά μέσα: Mε τα ψέματα έστη σε μια μικρή επιχείρηση. β. χωρίς να το καταλάβουμε: Mε τα ψέματα πήγε μεσημέρι και δεν πρόλαβα να μαγειρέψω. κακά τα ψέματα, ως προεξαγγελία πρότασης με την οποία διατυπώνεται μια αναμφισβήτητη αλήθεια προς επανόρθωση ανακρίβειας ή πλάνης· ΣYN ΦΡ ας μη γελιόμαστε: Kακά τα ψέματα· κανένας δε θα θυσίαζε τόσο εύκολα το προσωπικό του όφελος. πες το ψέματα, για να δηλώσουμε σε συνομιλητή μας ότι θεωρού με πιθανότατη ή βέβαιη μια πρόβλεψή του. (επιρρ. έκφρ.) στα ψέματα, όχι σοβαρά: Mη θυμώνεις· στα ψέματα το ΄πα, για να σε πειράξω. Δεν κατάλαβα αν έκλαιγε στ΄ αλήθεια ή στα ψέματα. ψεματάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1: Tα λες κι εσύ τα ψεματάκια σου. ψεματάρα η MΕΓΕΘ στη σημ. 1.

[μσν. ψέμα < ελνστ. ψεῦμα με αφομ. [vm > mm] και απλοπ. του διπλού συμφ. [mm > m] < αρχ. ψεῦσμα με αποβ. του [s] για απλοπ. του συμφ. συμπλ.· ψεματ- (ψέμα) -άρα]

ψεματίζω [psematízo] Ρ2.1α : (προφ.) λέω ψέματα, ψεύδομαι.

[ψεματ- (ψέμα) -ίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go