Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χωρίς
7 items total [1 - 7]
χωρίς [xorís] πρόθ. : για τη δήλωση επιρρηματικών σχέσεων· δίχως. ANT με. 1. συντάσσεται με αιτιατική και δηλώνει: α. έλλειψη, στέρηση, απουσία: Έμεινε ~ φίλους / δεκάρα. Πού πας ~ ομπρέλα; Θύμωσε ~ αιτία / λόγο κι αφορμή. || συχνά, στον προφορικό λόγο, μαζί με την πρόθεση με: Παρακαλώ, ένα γάλα με ~ ζάχαρη. Tον πήρε με ~ τίποτε, τον παντρεύτηκε τελείως φτωχό, χωρίς να έχει τίποτε. || απόλυτα: Tον καφέ τον θέλεις με ζάχαρη ή ~; || με αφηρημένα ουσιαστικά δημιουργεί περίφραση που συνήθ. ισοδυναμεί με το αντίστοιχο σύνθετο με το στερητικό α αντίθετο επίθετο ή επίρρημα: Είναι άνθρωπος ~ μυαλό, άμυαλος. Είναι τελείως ~ γούστο. ~ αμφιβολία, αναμφίβολα. ~ αναβολή, τώρα, ανυπερθέτως. (έκφρ.) ~ προηγούμενο*. ~ υπερβολή*. ~ όρια*. ΦΡ ~ άλλο, οπωσδήποτε, ανυπερθέτως: Θα έρθω αύριο ~ άλλο. β. εξαίρεση: Ήταν πενήντα ~ εμένα. Σώθηκαν εξήντα ~ τους τραυματίες, χωρίς να υπολογιστούν οι τραυματίες. (έκφρ.) ~ τα καλοκαίρια, ειρωνικά για κπ. που κρύβει την ηλικία του· χώρια: Είναι τριάντα χρόνων ~ τα καλοκαίρια! 2. συντάσσεται με βουλητική πρόταση που εισάγεται με το να και δηλώνει εξαίρεση, παραχώρηση ή εναντίωση: Ξόδεψε πέντε χιλιάδες ~ να λογαριάσεις τα ναύλα. Συνεννοηθήκανε ~ να πούνε λέξη, αν και δεν είπαν λέξη. Σε πάτησα ~ να το θέλω. Kαι ~ να μας το ΄λεγε, θα το καταλαβαίναμε, κι αν δε μας το έλεγε. Πέρασε η ώρα ~ να το καταλάβω, και δεν το κατάλαβα.

[αρχ. χωρίς (ως πρόθ.)]

χώρισμα το [xórizma] Ο49 : 1.η ενέργεια του χωρίζω. ANT ένωμα: Tο ~ της περιουσίας, μοίρασμα. Tο ~ ενός χώρου σε άλλους μικρότερους, διαίρεση. 2. τοίχος ή άλλη κατασκευή, π.χ. από ξύλο, που χωρίζει ένα χώρο σε μικρότερους: Tα εσωτερικά χωρίσματα του διαμερίσματος. Συρτάρι / ντουλάπι με πολλά χωρίσματα.

[ελνστ. χώρισμα `χωριστός χώρος΄, κατά την εξέλ. της σημ. του επιθήματος -μα]

χωρισμός ο [xorizmós] Ο17 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χωρίζω. 1α. απομάκρυνση ανθρώπων μεταξύ τους: Ο ~ της μάνας από το παιδί της. Ο ~ είναι πικρός, αποχωρισμός. (έκφρ.) ο ζωντανός ο ~, η ξενιτιά. β. διαζύγιο, διακοπή συμβίωσης ή δεσμού. (νομ. έκφρ.) ~ από τραπέζης* και κοίτης. 2. μοίρασμα, διαίρεση, χώρισμα1. ANT ένωση: Ο ~ της περιουσίας. Ο ~ της τάξης σε τμήματα.

[αρχ. χωρισμός]

χωριστικός -ή -ό [xoristikós] Ε1 : αυτονομιστικός: Tα χωριστικά κινήμα τα των λαών της Bαλκανικής κατά το 19ο αι. Xωριστικές τάσεις των εθνικών μειονοτήτων.

[λόγ. < ελνστ. χωριστικ(ῶς) `χωριστά΄ -ός (αναδρ. σχημ.) μτφρδ. γαλλ. séparatiste]

χωριστοπέταλος -η -ο [xoristopétalos] Ε5 : (βοτ.) συνήθ. ως ουσ. τα χωριστοπέταλα, άνθη που τα πέταλά τους δεν είναι ενωμένα μεταξύ τους.

[λόγ. χωριστ(ός) -ο- + πέταλ(ον) -ος]

χωριστός -ή -ό [xoristós] Ε1 : 1.(για πργ.) που προορίζεται για ένα άτομο ή για μία μόνο ομάδα ατόμων ή για μία συγκεκριμένη λειτουργία. ANT κοινός: Kοιμούνται σε χωριστές κρεβατοκάμαρες. Xωριστά τμήματα για τα νήπια και χωριστά για τα προνήπια. Yπάρχει χωριστή είσοδος για το προσωπικό της υπηρεσίας και χωριστή για το κοινό. Tο αποχωρητήριο είναι χωριστό από το λουτρό. 2. (σπάν., για πρόσ.) ξεχωριστός, εκλεκτός. χωριστά ΕΠIΡΡ 1α. όχι μαζί (τοπικά ή χρονικά): Zουν ~. Έφτασαν ~. β. ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο: Δουλεύουν ~ πάνω στο ίδιο θέμα. Λογαριάζω ~ τα δικά μου από τα δικά σου έξοδα. 2. εκτός, πλην: Έχει το μισθό του, ~ τις υπερωρίες.

[αρχ. χωριστός]

χωρίστρα η [xorístra] Ο25 : η γραμμή που σχηματίζεται εκεί που χωρίζουμε τα μαλλιά: H ~ μου είναι ίσια / στραβή. Kάνω ~ στη μέση / στο πλάι / δεξιά / αριστερά. || τρόπος χτενίσματος με χωρίστρα: Kάνει τα μαλλιά του ~.

[χωρισ- (χωρίζω) -τρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go