Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χούντα
1 item total
χούντα η [xúnda] Ο25α : 1.ομάδα συνήθ. στρατιωτικών, που καταλαμβάνει βίαια την πολιτική εξουσία και που τη διατηρεί με καταπιεστικά και τρομοκρατικά μέσα. 2. περίοδος κατά την οποία κατέχει την εξουσία μια χούντα: Στη ~ ήταν φυλακισμένος.

[λόγ. < ισπαν. junta]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go