Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χαράδρα
1 εγγραφή
χαράδρα η [xaráδra] Ο25 : βαθύ και στενό άνοιγμα που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο βουνά: Στο βάθος της χαράδρας έτρεχε ορμητικά ένα ποτάμι.

[λόγ. < αρχ. χαράδρα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες