Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χαγιάτι
1 item total
χαγιάτι το [xajáti] Ο44 : στη λαϊκή αρχιτεκτονική, στεγασμένο μπαλκόνι ανοιχτό ή κλειστό με τζαμαρία, που βρίσκεται στην πρόσοψη του σπιτιού και που αποτελεί προέκταση των εσωτερικών χώρων του.

[τουρκ. hayat `σκεπασμένη αυλή΄ (από τα αραβ.) ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go