Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φράζω
1 item total
φράζω [frázo] -ομαι Ρ2.2 : 1. κλείνω με φράχτη μια έκταση, ένα χώρο (για να τον οριοθετήσω, να τον προφυλάξω, να τον ασφαλίσω): Έφραξαν το χωράφι με σύρματα και πασσάλους. 2α. κλείνω, αποκλείω ένα πέρασμα, μια δίοδο: Kατολίσθησαν βράχοι κι έφραξαν το δρόμο. || (μτφ.): ~ το δρόμο σε κπ. ή σε κτ., εμποδίζω το πέρασμα, τη διάδοση, την επέκταση κτλ.: Πρέπει να φράξουμε το δρόμο στο ρατσισμό και σε κάθε διάκριση. β. κλείνω ένα άνοιγμα, ένα στόμιο, βουλώνω: Πέτρες και χώματα έφραζαν το στόμιο / την είσοδο της σπηλιάς. Έφραξε με τούβλα το παράθυρο. Aπό τη λάσπη έφραξαν οι σωλήνες της αποχέτευσης.

[μσν. φράζω < αρχ. φράσσω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. φραξ- κατά το σχ.: κραξ- (έκρα ξα) - κράζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go