Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φαλαινοθήρας
1 εγγραφή
φαλαινοθήρας ο [falenoθíras] Ο3 : ο κυνηγός φαλαινών.

[λόγ. φάλαιν(α) -ο- + -θήρας]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες