Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φέσι
1 item total
φέσι το [fési] Ο44 : 1. κάλυμμα του κεφαλιού μουσουλμανικών λαών, μάλλινο, με ή χωρίς φούντα, κόκκινου συνήθ. χρώματος και διάφορων (κατά τόπους) σχημάτων: Tούρκικο ~. Tο ~ τού έφτανε ως τ΄ αυτιά. H φούντα του φεσιού ανέμιζε στον αέρα. || το αντίστοιχο κάλυμμα του κεφαλιού των Ελλήνων τσολιάδων (πάντα με φούντα). 2. (μτφ., προφ.) α. χρέος απλήρωτο, ανεξόφλητο: Θέλω να μου επιστρέψεις αμέσως τα φέσια. ΦΡ βάζω / ρίχνω / φοράω / αφήνω ~ σε κπ., δεν πληρώνω το χρέος, την οφει λή μου. τρώω ~, δε μου ξεπληρώνουν χρέος, οφειλή. β. για αποτυχημένο, κακής ποιότητας πνευματικό, καλλιτεχνικό κυρίως δημιούργημα (θέαμα, ακρόαμα, ανάγνωσμα κτλ.): Tο έργο / η ταινία / η εκπομπή / το βιβλίο ήταν ~. ΦΡ τρώω ~, υφίσταμαι θέαμα, ακρόαμα, ανάγνωσμα κτλ. κακής ποιότητας. 3. (οικ.) χαρακτηρισμός για πολύ μεθυσμένο άνθρωπο· σταφίδα, σκνίπα: Έγινε / είναι / ήρθε ~. Mε δύο ποτηράκια έγινα ~. φεσάκι το YΠΟKΟΡ ιδίως στις σημ.1, 2.

[τουρκ. fes (στη σημ. 1) από το όν. της πόλης Fez του Μαρόκου, όπου κατασκευαζόταν]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go