Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπόταξη
1 item total
υπόταξη η [ipótaksi] Ο33 : (γραμμ.) τρόπος σύνταξης κατά τον οποίο μια δευτερεύουσα πρόταση συνδέεται με μια κύρια από την οποία και εξαρτάται: Σύνταξη προτάσεων καθ΄ ~. ANT κατά παράταξη.

[λόγ. < ελνστ. ὑπόταξις (-σις > -ση)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go